Και να ενσωματωθούν, ποιο το πρόβλημα; Λέμε π.χ.
κορβανάς - εκ του Εβραϊκού
κορβάν - απλά επειδή η ένταξη αυτής της λέξης δεν έγινε όσο ζούμε, δε μας ενοχλεί. Σταματήσαμε να χρησιμοποιούμε τόσες λέξεις στην καθομιλουμένη μας, απλά και μόνο γιατί ήταν πλέον παρωχημένες για να επικοινωνούμε χρησιμοποιώντας αυτές.
Πιο πρόσφατο παράδειγμα. Λέμε «Με αυτόν τον τρόπο προσπάθησα να επικοινωνήσω τις ιδέες μου στο κοινό». Δεν το λέγαμε αυτό στα ελληνικά μέχρι πρόσφατα - αναφέρομαι σε αυτήν τη χιλιετία - γιατί το ρήμα
επικοινωνώ θεωρούνταν αμετάβατο. Έλα μου όμως που στα αγγλικά υπάρχει το
communicate [something] και εκεί το ρήμα χρησιμοποιείται ως μεταβατικό. Ούτε αυτό όμως μας «χάλασε». Δε μας χάλασε επίσης που μας «φόρεσαν» το πολυτονικό σύστημα και τη μικρογράμματη γραφή και δε γράφαμε όπως οι αρχαίοι ημών - ή υμών, δεν μπορώ να εγγυηθώ για του λόγου μου.
Βάλε πόσα άλλα παραδείγματα υπάρχουν στα νέα ελληνικά που δε μας ενοχλούν - π.χ. «κάλεσέ με πίσω» εκ του «call me back» - και πόσο απλά στεκόμαστε σε δύο-τρία πράγματα που απλώς «φαίνονται». Η γλώσσες αλλάζουν, γιατί έτσι εξυπηρετούν την επικοινωνία κάθε γενιάς και δεν είναι πρόβλημα αυτό. Πρόβλημα θα ήταν να περιορίζαμε την εκφραστική ικανότητα μίας γλώσσας στο όνομα κάποιας διατήρησης μιας «ιδανικής» μορφής της.
Και, για του λόγου το αληθές, η μόνη ουσιαστική αλλοίωση της γλώσσας που θυμάμαι είναι η δημιουργία της καθαρεύουσας ως μία γλώσσας που, μεταξύ άλλων, αποσκοπούσε στο να:
- δώσει ταυτότητα στην «πνευματική» τάξη της νεοσύστατης Ελλάδας - ταξικός διαχωρισμός, με άλλα λόγια,
- δώσει μία αίσθηση ιστορικής συνέχειας.
Έτσι είχαμε το παράδοξο τα παιδιά να μαθαίνουν στο σχολείο ότι η μηλιά λέγεται
μηλέα και ότι η
κατσούλα λέγεται
γάτα - όπως διακωμωδείται και
εδώ.
Οι γλώσσες είναι για να μας φέρνουν κοντά, όχι για να μας χωρίζουν.