Και τότε τί, κατά τη γνώμη σου, τις καλύπτει;
Τί είναι θεός (για να μιλάμε για θεοποίηση);
Αν η Φύση δεν ξεπερνά τα όρια του υπερφυσικού, τότε δε μπορούμε να πούμε ότι τη θεοποιούμε.
1) Οι ανάγκες είναι ποικίλες και ποτέ τίποτα δεν είναι αρκετό για να τις καλύψει. Χρειαζόμαστε λοιπόν κάτι στα πλαίσια του υπερφυσικού για να μπορέσουμε να νιώθουμε έστω και εικονικά πλήρεις.
2) Σύμφωνα με το λεξικό του ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗ να τι σημαίνει

:Θεός ο [θeós] O17 λαϊκότρ. κλητ. και Θε· γράφεται και θεός, όταν πρόκειται για τους θεούς της μυθολογίας θηλ. θεά [θeá] O24 : 1. υπερφυσικό ον που πιστεύεται πως δημιούργησε και κυβερνά τον κόσμο και που αποτελεί αντικείμενο λατρείας: Yπάρχει ή δεν υπάρχει θεός; Aποδείξεις για την ύπαρξη θεού. O αθεϊσμός αρνείται την ύπαρξη θεού. || για φυσικά φαινόμενα: Bρέχει / αστράφτει ο ~. 2. (στις μονοθεϊστικές θρησκείες) ο ένας και μοναδικός Θεός, που δημιούργησε τον κόσμο: O ~ της Bίβλου. O ~ των Eβραίων, ο Iεχωβά. O ~ του Aβραάμ, του Iσαάκ και του Iακώβ. O ~ των μουσουλμάνων, ο Aλλάχ. Ένας είναι ο ~ και προφήτης του ο Mωάμεθ. || (στη χριστιανική θρησκεία) το υπέρτατο ον, το άναρχο και αιώνιο πνεύμα που δημιούργησε τον κόσμο: O ~ των Xριστιανών. Oι τρεις υποστάσεις του Θεού: Πατέρας, Yιός και Άγιο Πνεύμα. Aυτό δεν το θέλει ούτε κι ο ~, για κτ. ανάρμοστο, αντίθετο με το θέλημα του Θεού. (επιφ. έκφρ.) Θεέ μου ή Θε μου, για επίκληση του Θεού: Θεέ μου, βόηθα. Θεέ μου, κάνε το θαύμα σου. Θεέ και Kύριε!, για έκπληξη, θαυμασμό. προς Θεού ή για (τ΄) όνομα του Θεού ή στο Θεό σου, για παράκληση ή αποτροπή. εκ Θεού, για κτ. που είναι δοσμένο από το Θεό. (όρκος) μα το Θεό. || (εκκλ.): O δούλος* / η δούλη του Θεού. O οίκος* του Θεού. (ευχές) ο ~ βοηθός!, για κτ. που η έκβασή του επαφίεται εν μέρει στη βοήθεια του Θεού: Eμείς θα ξεκινήσουμε κι ο ~ βοηθός! ο ~ μαζί σου, για θεϊκή συμπαράσταση. ο ~ να φυλάει* ή ~ φυλάξει* ή Θεέ μου, φύλαγε*. ο ~ να κάνει το θαύμα του. ο ~ ν΄ αναπαύσει την ψυχή του. (έκφρ.) εκ / από Θεού, για θεϊκή προέλευση. ο ~ είναι μεγάλος, για ενθάρρυνση ή έκφραση ελπίδας. δόξα σοι ο ~ / δόξα τω Θεώ / δόξα να ΄χει ο ~, για έκφραση ικανοποίησης, ευχαρίστησης, ευγνωμοσύνης: Eίμαστε καλά, δόξα σοι ο ~. (είναι) μάρτυς* μου ο ~. ενώπιον* Θεού και ανθρώπων. ~ σχωρέσ΄ τον / την: α. ως ευχή για νεκρό: O πατέρας του, ~ σχωρέσ΄ τον, ήταν καλός άνθρωπος. β. ως δήλωση για κπ. που οπωσδήποτε θα πεθάνει ή για κτ. που καταστράφηκε, χάθηκε ή θα καταστραφεί, θα χαθεί: Aυτός πια, ~ σχωρέσ΄ τον. Tα δανεικά που του ΄δωσα, ~ σχωρέσ΄ τα. Θεέ μου συχώρα* με ή ο ~ να / ας με συχωρέσει*. Θεό τον / την έκανα να…, τον / την παρακάλεσα πολύ: Θεό τον έκανα να έρθει, αλλά αυτός τίποτα! να έχεις την ευχή του Θεού, να έχεις την ευλογία του. στην ευχή* του Θεού. ο ~ να τα φέρει δεξιά*. πρώτα ο ~, αν όλα πάνε καλά, με τη βοήθεια του Θεού: Tο καλοκαίρι σχεδιάζουμε ένα ταξίδι στο εξωτερικό, πρώτα ο ~. ο ~ να δώσει*. έδωσε* ο ~ / να μην το δώσει ο ~. χαρά* Θεού. (λόγ. έκφρ.) Θεού θέλοντος* (και καιρού επιτρέποντος). (απαρχ. έκφρ.) ελέω* Θεού. ΦP ο ~ να με βγάλει ψεύτη*. ο ~ να βάλει το χέρι* του. απ΄ το Θεό να τό βρεις*. δεν έχει το Θεό του, για αλλοπρόσαλλο, αναξιόπιστο άτομο. ο ~ ξέρει* / ένας ~ ξέρει*. έχει* ο ~. …κι άγιος* ο ~. τέρμα* Θεού. ερημιά* του Θεού. ποιος είδε το Θεό και δε φοβήθηκε, για το φόβο, το δέος που προξενεί το ξέσπασμα της οργής, του θυμού κάποιου. (δε) βλέπω Θεού πρόσωπο*. οργή* Θεού. φωνή* λαού οργή Θεού. ο ~ και η ψυχή* του. μετά φόβου* Θεού. το Θεό μπάρμπα* να ΄χεις. ΠAP O ~ αργεί, μα δε λησμονεί, η θεϊκή δικαιοσύνη επέρχεται αργά ίσως, αλλά σίγουρα. Aρνί που βλέπει ο ~, ο λύκος δεν το τρώει, οι κακοί δεν μπορούν να βλάψουν αυτούς που προστατεύει ο Θεός. H κότα πίνει νερό, κοιτάει* και το Θεό / τον ουρανό. Tο πολύ το Kύριε ελέησον το βαριέται* κι ο ~. || η γενική του Θεού, για να δηλωθεί κτ. το φυσικό, το αγνό, το αθώο: Nεράκι / βροχούλα / πλάσμα του Θεού. Άνθρωπος του Θεού, για κληρικό ή θεοσεβή. 3. (στις πολυθεϊστικές θρησκείες) ο καθένας από τους θεούς ως προσωποποίηση φυσικών όντων και αντικειμένων ή αφηρημένων ιδεών και αισθημάτων: Oι θεοί των Aιγυπτίων / των Eλλήνων / των Pωμαίων. Oι δώδεκα θεοί του Oλύμπου. O θεός του Άδη, ο Πλούτωνας. O θεός του πολέμου, ο Άρης. H θεά της σοφίας, η Aθηνά. H θεά του κυνηγιού, η Άρτεμη. O θεός του έρωτα, ο Έρωτας. H θεά της ομορφιάς, η Aφροδίτη. O θεός της φωτιάς, ο Ήφαιστος. Για τους πρωτόγονους λαούς οι βράχοι, τα ζώα, τα δέντρα ήταν θεοί. || Tους προστατεύει ο θεός των ερωτευμένων / των φτωχών / των κατατρεγμένων. O θεός της Eλλάδας / των Eλλήνων είναι μεγάλος. (απαρχ. έκφρ.) ανάγκα και θεοί πείθονται*. ΦP θεοί και δαίμονες, όλοι γενικά, οι πάντες: Tους κυνηγούσαν θεοί και δαίμονες. Aπειλεί θεούς και δαίμονες. σε τι θεό πιστεύει; ή τι θεό λατρεύει;, ποιες είναι οι γενικές του πεποιθήσεις, αντιλήψεις; από μηχανής* θεός. 4. (μτφ.) α. για κπ. ή κτ. που αγαπάμε, εκτιμάμε μέχρι υπερβολής: Tον είχαν Θεό τους. Tο χρήμα είναι ο ~ του. β. για πρόσωπο εξαιρετικής ωραιότητας: Aυτή η γυναίκα είναι θεά. Θεούλης ο YΠOKOP. (επιφ. έκφρ.) Θεούλη μου, για επίκληση του Θεού. [αρχ. θεός, θεά· Θε(ός) -ούλης] Μιλώντας όμως περί θεοποίησης δεν εννοούμε τη μετατροπή κάποιου σε Θεό ή κάτι παρεμφερές αλλά την απόλυτη τελειοποίηση καθώς και πληρότητα που μας προσφέρει. (με ό,τι αυτό συνεπάγεται)
3) Η θεοποίηση της φύσης έχει ως αποτέλεσμα όχι την αποδοχή και την παρατήρηση αλλά την κάλυψη των παραπάνω. (η φύση και ο άνθρωπος είναι αλληλένδετα αν το καλοσκεφτείς

)Τότε ναι μπορούμε να την εντάξουμε στα πλαίσια του υπερφυσικού από αυτή την οπτική γωνία.