Κάνεις ό,τι και με τους λανθάνοντες. Εξετάζεις την απόδοση και σχηματοποιείς την υπόθεση βάσει συγκεκριμένων κανόνων (π.χ. προσδοκώμενο) ή και νοήματος (πραγματικό - αόριστη επανάληψη σε παρόν-μέλλον).
Άγνωστο, δεν αναφέρομαι στις εγκλίσεις, αλλά στους χρόνους.
π.χ. πραγματικό: ει βλακευω (οριστική ενεστώτα -> οριστική κάθε χρόνου), διδασκων πιπτει (απόδοση: οριστική ενεστώτα-> κάθε έγκλιση)
προσδοκώμενο: εαν/αν/ην βλακευσω (υποτακτική, συχνά αορίστου), διδασκων πεσειται (απόδοση: οριστική μέλλοντα, ως μελλοντική έκφραση)
Στο παράδειγμα που μου απάντησε ο SparklingGrey, οι αποδόσεις πραγματικού-προσδοκωμένου ταυτίζονται.
Στην περίπτωση που μας ζητηθεί να μετατρέψουμε π.χ. τον υποθετικό λόγο του προσδοκωμένου σε Υ.Λ. του πραγματικού, υπάρχει κανένας χρόνος που θα προτιμήσουμε ή θα στηριχτούμε στο νόημα (με ό,τι συνέπειες μπορεί αυτό να έχει) ;;;
Αν εχετε κατανοησει τους λανθανοντες πιστευω δεν υπαρχει κατι δυσκολοτερο σε σχεση με τους υποθετικους.Παντως οι λανθανοντες γενικα(εκτος αν κανει μπαμ) θεωρουνται παρα πολυ δυσκολοι για πανελληνιες.
Άνετα μπορεί να πέσει π.χ. αναφορική-υποθετική μετοχή με άρνηση μή, που να πρέπει, αφενός, να αναλυθεί στην αντίστοιχη πρόταση και, αφετέρου, να αναγνωριστεί το είδος του υποθετικού που σχηματίζει. (θα ήταν και ωραία άσκηση συντακτικού για τις Πανελλήνιες)