Παίρνοντας αφορμή από διάφορα θεματάκια που ξεπηδούν εδώ κι εκεί, αλλά και όσα βλέπω γύρω μου, παρατηρώ κάποια προβληματικά σημεία.
Πολλά νέα παιδιά που δίνουν πανελλήνιες ή ακόμη και φοιτητές, ψάχνουν τρόπους για την εισαγωγή τους (ή ακαδημαϊκή εξέλιξη) αλλά δεν είναι διατεθειμένα να καταβάλλουν τον αντίστοιχο κόπο & χρόνο.
Θεωρώ δεδομένο ότι οι απαιτήσεις των εξετάσεων έχουν αρχίσει να ξεφεύγουν, με αποτέλεσμα πολλοί στο τέλος να λαμβάνουν μία ωραιότατη κεραμίδα.
Πρόσφατο παράδειγμα δύο φίλες μου ήθελαν αρχιτεκτονική, αλλά έβγαιναν κάθε μέρα, το γιόλαραν γενικά και ήταν σχεδόν σίγουρες ότι θα περάσουν.
Αποτέλεσμα γύρω στα 7000 μόρια.
Τι πιστεύετε ότι συντελεί σε αυτή τη κατάσταση;
Μήπως η κουλτούρα του ίνσταγραμ και λοιπών σοσιαλ μίντια, που προβάλλουν μία στρεβλή εικόνα τα τελευταία χρόνια με infulencers κλπ, έπαιξε μεγάλο ρόλο τα τελευταία χρόνια; Κακή εκπαίδευση στο σχολείο;
Με κίνδυνο να χαρακτηριστώ κωλόγερος, αναρρωτιέμαι μήπως η μάστιγα με τα κινητά αποπροσανατόλισε τον κόσμο.
Δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι άλλο.
Προσπαθώ να βρω μία σωστή εξήγηση για το φαινόμενο.
Το κινητό και ο υπολογιστής, αυτά καθ΄ αυτά, ως συσκευές, δεν δημιουργούν κάποιο πρόβλημα. Προσωπικά, δυσκολεύομαι ακόμα να καταλάβω τι εννοεί κάποιος όταν λέει ότι "μπήκε 5 λεπτά στο facebook και δεν κατάλαβε πότε πέρασε η μέρα".
Εν πάση περιπτώσει, εγώ θεωρώ ότι 2 είναι οι παράγοντες που έχουν οδηγήσει στην έξαρση του φαινομένου αυτού:
1) Η οικονομική άνθιση που ξεκίνησε περίπου τη δεκαετία του '90 και έφτασε μέχρι και τις αρχές του 2010 περίπου. Χονδρικά, η 20ετία όπου η Ελλάδα μπήκε στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ξεκίνησε να δανείζεται και να αναπτύσσεται. Λογώ της εκρηκτικής αύξησης της ποσότητας του χρήματος που άρχισε να κυκλοφορεί στην αγορά, έπαψε να υφίσταται η ισορροπία μεταξύ εργασίας και απολαβών. Δουλειά υπήρχε, λεφτά υπήρχαν, οπότε το θέμα ήταν πόσο θα δούλευες για να τα αποκτήσεις. Ενώ η ανάπτυξη μιας οικονομίας είναι κάτι ωφέλιμο και επιθυμητό, θα πρέπει η ανάπτυξη αυτή να πηγάζει από βελτίωση/αύξηση της παραγωγικότητας. Αντί, δηλαδή, να έχουμε μια ανάπτυξη της οικονομίας που οφείλονταν στη βελτίωση των μέσων παραγωγής, είχαμε μια πλασματική ανάπτυξη που οφείλονταν στο δανεισμό. Κοινώς, βρήκαμε εύκολο χρήμα, για το οποίο δεν εργαστήκαμε, αλλά υποσχεθήκαμε ότι θα το επιστρέψουμε στο μέλλον. Και είναι γενική παραδοχή ότι το εύκολο χρήμα ξοδεύεται και εύκολα. Την περίοδο του υψηλού δανεισμού δημιουργήσαμε τις προϋποθέσεις για το φαινόμενο που βλέπουμε σήμερα. Η μεγαλύτερη μερίδα όσων μεγάλωσαν εκείνη την περίοδο είναι οι σημερινοί γονείς.
2) Η οικονομική κρίση. Η κρίση δούλεψε με τον ακριβώς αντίθετο τρόπο: Ενώ η πλασματική άνθιση εξασφάλιζε το μισθό και σε ωθούσε στο να αναζητήσεις εργασία με λιγότερο κόπο, η κρίση δημιούργησε ένα περιβάλλον όπου η προσπάθεια δεν ανταμοίβεται. Σπουδάζεις και δεν βρίσκεις δουλειά, γιατί η ανεργία είναι στα ύψη ή βρίσκεις και οι απολαβές είναι στα τάρταρα. Θυμάμαι, όταν ξεκίνησε η όλη δουλειά με τα μνημόνια, τελείωνα το Γυμνάσιο. Ήταν εκείνη, περίπου, η περίοδος που άρχισε να μεταβάλλεται το κλίμα, να μειώνονται οι επιδιώξεις και να πέφτουν οι ρυθμοί. Μην ξεχνάμε, οι σπουδές είναι μια επένδυση. Αφιερώνεις 4 με 5 χρόνια, για να έχεις στη συνέχεια ένα καλύτερο μέλλον. Αυτό είναι κάτι που ένα παιδί δυσκολεύεται να το αντιληφθεί, εάν, για παράδειγμα, αντιμετωπίζει η οικογένειά του οικονομικές δυσκολίες. Η συρρίκνωση της οικονομίας οδήγησε πολλές οικογένειες στο να κοιτάνε πώς θα πορεφθούν στο άμεσο μέλλον και όχι να σκέφτονται τι θα γίνει σε 4-5 χρόνια.
Από την μία, λοιπόν, είναι η γεννιά των γονέων μας που μεγάλωσε σε περίοδο άνθισης και, από την άλλη, η σημερινή γεννιά που μεγάλωσε σε περίοδο στέρησης. Όσον αφορά τους ψυχολογικούς λόγους, θεωρώ ότι η επιθυμία των σημερινών υποψηφίων να πετύχουν με το λιγότερο δυνατό κόπο οφείλεται στο ότι τα τελευταία 10 χρόνια άκουγαν και έβλεπαν παντού για μια διαλυμμένη οικονομία. Όταν ο καθηγητής στο Λύκειο λέει στα παιδιά ότι η ανεργία είναι στα ύψη και ότι θα έχουν πρόβλημα να βρούνε εργασία, πώς θα παρακινηθούν αυτά να προσπαθήσουν να επιτύχουν το οτιδήποτε; Το πρόβλημα δεν είναι ότι ο καθηγητής δεν παρουσιάζει την αλήθεια, το κάνει όμως με ένα τρόπο που καταρρακώνει τους μαθητές και τους οδηγεί σε μια αναλστατική λογική: "Αφού η αποτυχία είναι δεδομένη, για ποιο λόγο να προσπαθήσω;".
Πέραν αυτού, θεωρώ πολύ σημαντικό και το σχόλιο του Nihilist:
2) Πλέον εισάγονται 8/10 σε σχολές, ενώ παλιά αν δεν κάνω λάθος 3-4/10. Έχει δημιουργηθεί σχολή κάθε είδους, από την οποία ούτε οι καθηγητές ξέρουν τι βγαίνεις, σε κάθε γωνιά της Ελλάδας. Όταν ο μαθητής χωρίς συγκεκριμένο στόχο ξέρει πως και με 2κ κάπου θα περάσει για να ζήσει τη φοιτητική ζωή, γιατί να προσπαθήσει για παραπάνω; Παλιά υπήρχε πολύ μεγαλύτερος ανταγωνισμός, έπρεπε να βγάλεις 12-13κ τουλάχιστον για να μπεις σε σχολή και να μη χρειαστεί να πιάσεις δουλειά από τα 18, οπότε υπήρχε μεγαλύτερο κίνητρο.
Τα πανεπιστήμια ξεκίνησαν να λειτουργούν, ώστε να παράγουν εξειδικευμένους τεχνίτες, ιατρούς, νομικούς κτλπ. Επειδή, τότε, υπήρχε αντιστοιχία μεταξύ των θέσεων που παρέχονταν για εκπαίδευση και των εξειδικευμένων εργαζομένων που χρειάζονταν η κοινωνία, το να σπουδάσεις την εποχή του '50, πχ, σήμαινε ότι θα έχεις δουλειά. Και, αυτό είναι κάτι λογικό. Εάν η Θεσσαλονίκη χρειάζεται 1000 πολιτικούς μηχανικούς και αυτοί εργάζονται, κατά μέσο όρο, 30 χρόνια ο καθένας, τότε χρειάζεται να εκπαιδεύει 30-40 μηχανικούς τον χρόνο.
Δεδομένου ότι οι εργασίες αυτές ήταν πιο ξεκούραστες και με καλύτερες απολαβές, η ζήτηση ήταν υψηλή. Και εκεί μπλέχτηκε η πολιτική, που για να ικανοποιήσει τη βάση και στο όνομα της δωρεάν παιδείας, ξεκίνησε να δημιουργεί θέσεις, σχολές και πανεπιστήμια. Αφού είχε ήδη αποκρυσταλλωθεί η λογική ότι όποιος σπούδαζε, έβρισκε και καλή δουλειά, το ζήτημα πλέον ήταν να σπουδάσουν περισσότεροι. Έλα, όμως, που η σίγουρη δουλειά προερχόταν από τις ανάγκες της κοινωνίας και όχι από τις σπουδές.
Αφού, λοιπόν, δημιουργήσαμε μια υπερπληθώρα θέσεων σπουδών, ξαφνικά, συνειδητοποιήσαμε ότι δεν έχουμε τι να τους κάνουμε όλους αυτούς. Και μπορεί η μάνα να θέλει να δει το παιδί της γιατρό και δικηγορό, αλλά εάν το παιδί δεν θέλει να διαβάσει, αυτό δεν γίνεται. Εν ολίγοις, στήθηκε ένα στρεβλό σύστημα που, προδιαγεγραμμένα, οδηγεί μεγάλο μέρος των φοιτητών στην ανεργία, είτε γιατί προσφέρει γνώση σε κάποιο άχρηστο αντικείμενο, είτε γιατί υπερκαλύπτεται η ζήτηση που υπάρχει.
Για να λειτουργήσει η Τριτοβάθμια εκπαίδευση χρειάζεται σοβαρή αναδιάρθρωση. Αυτό σημαίνει μείωση των παρεχόμενων θέσεων, ίσως κλείσιμο σχολών, κατακόρυφη αύξηση των βάσεων, αλλαγές σε οικονομίες που βασίζονται στους φοιτητές κ.α. Η στρέβλωση που δημιουργήθηκε θα λυθεί, όταν φτάσει στον κόμπο το χτένι.