Έμπαιναν στα χωριά και δεν άφηναν ούτε παιδιά, ούτε γέρους, ούτε γυναίκες σε καλή κατάσταση ή ετοιμόγεννες που δεν ξεκοίλιαζαν και δεν κατακομμάτιαζαν σαν να είναι πρόβατα. Άρπαζαν τα νήπια από τις μανάδες τους που τα βύζαιναν, τα έπιαναν από τα πόδια και χτυπούσαν το κεφάλι τους στα βράχια ή τα εκσφενδόνιζαν στον ποταμό. Σούβλιζαν σε ένα σπαθί παιδιά και μανάδες αλλά και όποιον άλλον έβρισκαν μπροστά τους. Έκοβαν και τα δύο χέρια σε όσους προσπαθούσαν να δραπετεύσουν. Τους ευγενείς και τους άρχοντες τους σκότωναν έτσι: Έκαναν σχάρες από βέργες πάνω σε δικέλες, τους έδεναν εκεί και άναβαν σιγανή φωτιά για να ξεψυχήσουν σιγά-σιγά μέσα στα ουρλιαχτά που τους προκαλούσαν αυτά τα φρικτά βασανιστήρια.