Για τις αιτήσεις που απορρίπτονται, οι αιτούντες διατηρούν το δικαίωμα (μοναδικής, νομίζω) έφεσης, οπότε και οποιαδήποτε συζήτηση για απόρριψη του αιτήματος γίνεται μετά από ενδεχόμενη έφεση. Αν και τις δύο φορές έχει απορριφθεί το αίτημα, είναι ασφαλές, θεωρητικά, πάντα, να επιστρέψει στην χώρα καταγωγής/προηγούμενης κατοικίας. Ωστόσο, επειδή τις αξιολογήσεις τις κάνουν άνθρωποι, άρα τα λάθη είναι αναμενόμενα, θεωρώ ότι είναι ηθικά προτιμότερο να εξετάζονται οι αιτήσεις με σχετική επιείκεια. Είναι καλύτερα να δοθεί άδεια παραμονής σε μία χώρα (ως πρόσφυγας, για επικουρική προστασία ή για ανθρωπιστικούς λόγους) σε περισσότερα άτομα από ότι το δικαιούνται, παρά σε λιγότερα, με αποτέλεσμα κάποιοι δικαιούχοι να μείνουν εκτός και να εκτεθούν σε κίνδυνο.
Εδώ έχει τα στατιστικά των αιτήσεων του 2018.
Τώρα, για το κατά πόσον τους θέλουν οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, αυτό είναι ένα θέμα που χτυπάει στον πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πώς θέλουμε την Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση; Οπότε ανοίγει μεγάλη κουβέντα πάνω σε αυτό. Για τους εργαζόμενους, σίγουρα υπάρχουν κλάδοι που είναι κορεσμένοι, στους οποίους η αύξηση των εργαζόμενων θα δημιουργήσει πρόβλημα, αλλά πολλοί από όσους έρχονται είναι ανειδίκευτοι εργάτες, οπότε και, μοιραία, θα εργαστούν σε έναν τομέα στον οποίο η ελληνική οικονομία πάσχει. Σε σχέση με τα διαμερίσματα, η προηγούμενη κυβέρνηση αποφάσισε κάπου στην άνοιξη να σταματήσει της συνεργασία της με διάφορες ΜΚΟ που παρείχαν έναντι μικρού ενοικίου στέγη σε ομάδες προσφύγων, οπότε το ζήτημα αυτό είναι σε μεγάλο βαθμό πολιτικό. Τώρα, για όσους έρχονται εδώ και έχουν σπουδές κ.λπ., η συνεισφορά τους μπορεί να είναι στην επίλυση του ίδιου του προβλήματος. Σκέψου, π.χ. έναν εκπαιδευτικό από τη Συρία σε ένα κέντρο υποδοχής. Σίγουρα μπορεί να εργαστεί σε συνεργασία με τους εκεί εκπαιδευτικούς για να υποστηρίξει την εκπαίδευση των παιδιών στο κέντρο.