Σκεφτόμουν κι εγώ για ένα διάστημα να παρατήσω τη σχολή, γιατί δεν με ενδιέφερε το αντικείμενο. Με γοήτευε μερικές φορές, αλλά μέχρι εκεί.
Επίσης, δυσκολευόμουν με τα μαθήματα. Για την ακρίβεια, δεν με βοηθούσε η παρακολούθηση, δεν ήξερα να διαβάζω και δεν διάβαζα όσο χρειαζόταν.
Τα χρόνια που παρακολουθούσα τα μαθήματα τα θυμάμαι με μεγάλη ζοφερότητα, κυρίως γιατί είχα έντονη επιθυμία να «ανήκω κάπου», όπως η θεματοθέτρια. Συγκεκριμένα, ήθελα να έχω έναν φίλο· έναν «σημαντικό άλλο». Ήμουν ένα παιδί της επαρχίας που δεν είχε εμπειρίες.
Στη συνέχεια, έχοντας αφήσει τη σχολή και κάνοντας κάτι άλλο, απέκτησα παρέες. Δράμα, δράμα, δράμα! Στεναχωριόμουν γιατί δεν ταίριαζα με την παρέα, αλλά δεν ήθελα και να την αφήσω. Εν τέλει, με άφησε αυτή.
Εν τω μεταξύ, όταν άρχισαν να αυξάνονται τα χρωστούμενα μαθήματα και όταν μου έλεγαν «πέρασέ τα ακόμα και με πέντε», τότε ήταν που ήθελα ακόμα πιο πολύ να παρατήσω τη σχολή. Δεν ήθελα (κι ούτε θέλω) να περνάω τα μαθήματα με τη λογική «ψεκάστε, σκουπίστε, τελειώσατε». Δεν θέλω να πηγαίνω στις εξετάσεις με την ψυχή στο στόμα σκεπτόμενος αν θα περάσω ή όχι το μάθημα. Μη σώσω και το περάσω αν είναι να μαρτυρήσω!
Τη σχέση μου με τη σχολή την έβλεπα ως έναν δυστυχισμένο γάμο που όμως δεν ήθελα να λύσω, γιατί δεν ήθελα να έρθω αντιμέτωπος με αρνητικά σχόλια. Επίσης, φοβόμουν ότι θα το μετάνιωνα αν την άφηνα.
Για να κλείσω: Δεν έπρεπε να είχα μπει στη σχολή. Γενικώς, δεν έπρεπε να είχα μπει στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, όχι γιατί μου λείπει μυαλό, αλλά γιατί δεν είμαι εργατικό παιδί. Γιατί χρόνια τώρα στεναχωριέμαι και απελπίζομαι λόγω χαμηλής αυτοεκτίμησης και αυτοπεποίθησης. Ευτυχώς, αυτό έχει αρχίσει να αλλάζει
Όμως, εφόσον μπήκα στο χορό και εφόσον πλέον θέλω, θα χορέψω. Μακάρι να μην ασχολούμουν με ακατάλληλους για εμένα ανθρώπους και να ασχολούμουν με τη μόρφωσή μου.