Αφού καταργήσαμε δυνητική οριστική και δυνητική ευκτική (με ό,τι αυτές αποδίδουν νοηματικά και χρονικά), έπρεπε να βρούμε ένα τρόπο να τις αποδίδουμε στα νέα ελληνικά, καθώς αποτελούν μέχρι και σήμερα (κρυφά ή φανερά) απόδοση υποθετικού λόγου και όχι μόνον.
Δεδομένου βέβαια, ότι έπρεπε να καλυφθούν όλες οι δεδομένες στιγμές (παρελθόν, παρόν, μέλλον), πήραμε το νεοσύστατο μελλοντικό θ(έλω ν)α (το οποίο κάποιοι φιλόλογοι( ; ) είχαν βασανιστεί χρόνια να συλλάβουν και κουρασμένοι τελικά θεώρησαν ευστοχώτερο να αποδίδεται ο μέλλων, όπως το κάνουν οι Άγγλοι περιφραστικά, με το will) και προσθέσαμε κι έναν παρατατικό.
Όταν δε, ήταν ανάγκη να διευκρινίσουμε ότι αναφερόμαστε στο παρελθόν, προσθέσαμε τον σημερινό περιφραστικό υπερσυντέλικο αντί παρατατικού [αντιγραφή-επικόλληση κι αυτός, αν εξαιρέσεις ότι τουλάχιστον οι αλλοδαπές έχουν μετά το <<έχω>> μια παθητική μετοχή (κάτι που αναγνωρίζεται γραμματικά κι όχι κάτι που θυμίζει θέμα αορίστου με καταλήξεις γ' ενικού ενεστώτα)].
Άρα έχουμε και λέμε:
αρχαία -> νέα
δυνητική οριστική-> θα+παρατατικός (για αντίθετο πραγματικού) / θα+υπερσυντέλικος (για παρελθόν)
δυνητική ευκτική-> θα+παρατατικός ( για παρόν/μέλλον-απλή σκέψη)
Δεν έχει ιδιαίτερη σημασία πάντα, στα είδη των νεοελληνικών υποθετικών λόγων ο χρόνος που εκφέρονται οι υποθέσεις, μεγαλύτερο ρόλο παίζουν οι εγκλίσεις.
Σημείωση: Το μήνυμα αυτό γράφτηκε 7 χρόνια πριν. Ο συντάκτης του πιθανόν να έχει αλλάξει απόψεις έκτοτε.