ποιέω
(/lρ/l.)· [ρίζα *πει-· συγκεντρώνω, κάνω], κάνω κάτι με το χέρι, παράγω, δημιουργώ, κατασκευάζω || προκαλώ, ενεργώ, προξενώ || (/gμέσ/g.)· καθιστώ || φράσ. ποιοῦμαι ἑταῖρον· καθιστώ κάποιον φίλο, ποιοῦμαί τι ἐμαυτοῦ· οικειοποιούμαι κάτι, το κάνω δικό μου, περί πλείονος ποιοῦμαι· εκτιμώ περισσότερο, περί οὐδενός ποιοῦμαι· εκτιμώ ελάχιστα, αδιαφορώ, εὖ ποιῶ τινα· ευεργετώ κάποιον (αντίθ. κακῶς ποιῶ τινα· βλάπτω, κακοποιώ) || παράγ. ποίησις, ποιητής, ποιητικός, ποιητός, ποίημα, ποιητέον || συνών. δρῶ, πράττω, ἔρδω || αντίθ. ἀδρανέω, ἀπρακτέω.
Σημείωση: Το μήνυμα αυτό γράφτηκε 16 χρόνια πριν. Ο συντάκτης του πιθανόν να έχει αλλάξει απόψεις έκτοτε.