Η καραμέλα ότι η Ελλάδα ωχριά μπροστά στη Δυτ. Ευρώπη κουράζει. Είναι μια σύγκριση άτοπη, με χαρακτηριστικά ρατσιστικής αποικιοκρατικής μπαρούφας. Τα κράτη εύλογο είναι να διαφέρουν, όχι μόνος ως προς τις υποδομές, αλλά και ως προς τη νοοτροπία, την κουλτούρα, τον αξιακό και ηθικό κώδικα κλπ. Όταν γίνονται τέτοιες αντιπαραβολές συχνά αγνοούνται οι ιστορικές παράμετροι, η τοποθεσία αλλά και οι συσχετισμοί κυρίαρχων δυνάμεων.
Το ζήτημα που πολύ γλαφυρά περιγράφει ο θεματοθέτης είναι η τρομερή καχυποψία απέναντι στο ξένο στοιχείο. Όχι κατ' ανάγκην εθνικό, αλλά και πολισμικό και θρησκευτικό. Μια αντίδραση παλαιολιθική, που φανερώνει ότι ακόμη δεν έχει εμπεδωθεί η στοιχειώδης ανεκτικότητα. Για προστασία και ανάδειξη της ιδιαιτερότητας του κάθε ανθρώπου ούτε λόγος. Το ζήτημα είναι βαθύτατο και, απ' όπου κι αν το πιάσεις, είναι αδύνατον να εξαγάγεις ένα ολοκληρωμένο συμπέρασμα. Εγώ αφουγκράζομαι τους προβληματισμούς του θεματοθέτη και δικαιολογώ την αγανάκτησή του. Οι ιστορίες των Αλβανών που άφησαν πίσω τους μια ολόκληρη ζωή με σκοπό τη διεκδίκηση ενός καλύτερου μέλλοντος είναι άκρως συγκινητικές. Η συνεισφορά τους σε επίπεδο κοινωνικό, πολιτισμικό και οικονομικό είναι πολυδιάστατη. Το να σηκώνουν την ελληνική σημαία τα παιδιά μεταναστών ή προσφύγων δεν είναι παρά το αποκορύφωμα του ευγενούς πατριωτισμού. Είναι πράξη βαθιά ανθρωπιστική, ανεξάρτητα από τις πολιτικές τοποθετήσεις του καθενός.