Τα δύο κυριότερα επιχειρήματα προέρχονται από τη φύση και τις θεωρούμενες σήμερα "φυσιολογικές" πρακτικές του ανθρώπινου είδους. Το επιχείρημα από τη φύση είναι ότι η ομοφυλοφιλία συναντάται και σε ζώα (σε πάνω από 1500 είδη), τα οποία κατά τα άλλα δεν κινδυνεύουν να εξαφανιστούν. Κατά τα άλλα, σε πολλές περιπτώσεις θεωρείται αρετή η επικυριαρχία πάνω στα φυσικά ένστικτα. Το δεύτερο επιχείρημα είναι ότι το
σεξ με προφυλάξεις (που στοχεύει μόνο στην ηδονή) και γίνεται από ετερόφυλα ή/και άτεκνα με τη θέλησή τους ζευγάρια, δεν αντιμετωπίζει την ίδια εχθρότητα όπως το σεξ των ομοερωτικών ζευγαριών.
Επιπροσθέτως, στο ζωικό βασίλειο η εμφάνιση της ομοφυλοφιλίας έχει παρατηρηθεί ότι αποσκοπεί σε συγκεκριμένα αποτελέσματα (κάτι το οποίο οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν αποκλείεται και στον άνθρωπο να εμφανίζεται τουλάχιστον περιοδικά ενστικτωδώς για να επιφέρει συγκεκριμένα οφέλη στην εξέλιξη του είδους). Για παράδειγμα, έχει παρατηρηθεί ότι σε συγκεκριμένα είδη τα αρσενικά εμποδίζουν την σπερματική αποτελεσματικότητα άλλων αρσενικών με το να ζευγαρώνουν μαζί τους. Παρομοίως σε άλλα το ζευγάρωμα με άλλο αρσενικό αποσκοπεί στην μεταφορά γενετικού υλικού, το οποίο θα μεταφερθεί σε θηλυκό με το οποίο ο αποδέκτης θα ζευγαρώσει αργότερα (συνεπώς ένα είδος εξελικτικού ανταγωνισμού). Η στάση ζευγαρώματος παρόμοιας με εκείνη των θηλυκών έχει παρατηρηθεί σε άλλα, όταν επικρατεί ήττα από άλλο αρσενικό, λειτουργία που πιθανών αποσκοπεί στην παραδοχή και αρμονική συνύπαρξη προς όφελος της ομάδας. Ζευγάρια θηλυκών γλάρων είναι κοινότυπα, κάτι το οποίο συνήθως πιστεύεται ότι οφείλεται στην έλλειψη αρσενικών στο είδος σε σχέση με τις ανάγκες μεγαλώματος των νεογνών.