Ορισμός:
Με τον όρο διαφήμιση χαρακτηρίζουμε την πράξη/ενέργεια, αλλά και το αποτέλεσμα αυτής της πράξης, που στοχεύει στη διάδοση πληροφοριών σχετικά με την προβολή οργανισμών, υπηρεσιών, και κυρίως αγαθών, με τρόπο που να προσελκύει το ενδιαφέρον του καταναλωτή.
Είδη:
α) Εμπορικές-τεχνικές: Απευθύνονται, μέσω κυρίως ειδικών περιοδικών, σ'ένα περιορισμένο κοινό επαγγελματιών ή ερασιτεχνών που χρησιμοποιούν τα διαφημιζόμενα είδη
β) Διαφημίσεις γοήτρου, οικονομικών επιχειρήσεων: Στοχεύουν στην προβολή μιας εταιρείας αυτής καθαυτής, και όχι τόσο των ειδών που κατασκευάζει. Ενδιαφέρονται για τη γνωριμία της εταιρείας/επιχείρησης με το ευρύτερο κοινό και την ενίσχυση μιας μακροπρόθεσμης εμπιστοσύνης προς αυτήν
γ) Κυβερνητικές και "ανθρωπιστικές" διαφημίσεις: Πρόκειται για μη κερδοσκοπικές διαφημίσεις/ανακοινώσεις που στοχεύουν στην ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης σε θέματα σχετικά με την προστασία της υγείας, το περιβάλλοντος, των ηλικιωμένων, των παιδιών με ειδικές ανάγκες κτλ.
δ) Καταναλωτικές: Είναι το πλέον διαδεδομένο διαφημιστικό είδος και ενδιαφέρεται για την προβολή ενός προϊόντος με στόχο την αύξηση των πωλήσεών του.
Επίσης διακρίνονται σε:
α) Έντυπες διαφημίσεις (εφημερίδες, περιοδικά, αφίσες)
β) Ηλεκτρονικές διαφημίσεις (τηλεοπτικές, ραδιοφωνικές, διαδικτυακες)
Βασικό χαρακτηριστικό της διαφήμισης είναι πως αποτελεί μια μορφή μαζικής επικοινωνίας. Απευθύνεται έμμεσα σ'ένα πολυπληθές και ανομοιογενές κοινό, στοχεύοντας στον προσανατολισμό του δέκτη στην αγορά του διαφημιζόμενου προϊόντος και στην αλλαγή του τρόπου συμπεριφοράς, των αξιών και της γενικότερης νοοτροπίας του. Παράλληλα, εκτός από τα προϊόντα στις διαφημίσεις προβάλλονται κοινωνικά πρότυπα και αξίες, μάλιστα σε ένα εξιδανικευμένο και εξωραϊσμένο περιβάλλον. Επιτυχημένη μια διαφήμιση μπορεί να θεωρηθεί όχι μόνο πρακτικά (δηλαδή με την αγορά του προϊόντος), αλλά και γλωσσικά με την υιοθέτηση φράσεων ή λέξεων (κυρίως νεολογισμών), του διαφημιστικού κειμένου από το κοινό.