Ιθαγένεια σημαίνει να είσαι πολίτης ενός κράτους. Σημαίνει ακριβώς το ίδιο με την υπηκοότητα, αλλά το δεύτερο παραπέμπει σε υπηκόους ενός μονάρχη, οπότε δεν χρησιμοποιείται πλέον. Στη νομική ορολογία αυτό σημαίνει ιθαγένεια πλέον, αυστηρά λεξιλογικά ναι, έχει να κάνει με τους
ιθαγενείς (δηλαδή ανθρώπους με δεσμούς γέννησης/εθνικότητας με κάποιο μέρος), αλλά δεν χρησιμοποιείται με τέτοιο τρόπο. Αντίστοιχο του όρου στα αγγλικά είναι το nationality.
Σε επίπεδο καταγωγής προτιμάται ο όρος "εθνικότητα" που αποδίδεται στα αγγλικα ως ethnicity και όχι ως nationality.
Ναι, μπορείς να έχεις δύο ιθαγένειες, να είσαι πολίτης δύο χωρών ταυτόχρονα, μάλιστα το ελληνικό δίκαιο ιθαγένειας το επιτρέπει σε Έλληνες πολίτες. Κάποιες χώρες δεν το επιτρέπουν, αλλά de facto, όταν μπαίνεις σε μία τέτοια χώρα δείχνεις το δικό της διαβατήριο και όχι το άλλο, οπότε δεν σε πιάνει κανένας.
-----------------------------------------
Πρακτικά αυτό σε χώρες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο ή οι ΗΠΑ δεν σημαίνει τίποτα, όμως, περισσότερο αφορά χώρες με πιο συμπαγείς εθνοτικές ομάδες και μικρότερη μετανάστευση όπως η Ελλάδα. Όπου συμβαίνει το παράδοξο να μη σε αποδέχεται η κοινωνία, αν πχ. είσαι μαύρος, ακόμη κι αν το κράτος των Ελλήνων σε έχει αναγνωρίσει ισότιμα ως πολίτη...