προσέδοκα- γ ενικό, οριστική παρατατικού του ρήματος ενεργητικής φωνής προσδοκάω-ω
προσδοκάτω- γ ενικό, προστακτική ενεστώτα του ρήματος ενεργητικής φωνής προσδοκάω-ω
νικαν- απαρέμφατο ενεστώτα του ρήματος ενεργητικής φωνής νικάω-ω
νικωεν- γ πληθ. ευκτική ενεστώτα του ρήματος ενεργητικής φωνής νικάω-ω
τιμάσθω-γ ενικό, προστακτική ενεστώτα του ρήματος μέσης φωνής τιμάομαι-τιμωμαι
τιμων- ονομαστική ενικού, αρσενικό ή ουδέτερο γένος της μετοχής ενεστώτα τιμων,τιμωσα,τιμων του ρήματος ενεργητικής φωνής τιμάω-ω
Σημείωση: Το μήνυμα αυτό γράφτηκε 17 χρόνια πριν. Ο συντάκτης του πιθανόν να έχει αλλάξει απόψεις έκτοτε.