αγάπη η [aγápi]
Ο30α : 1α.ψυχική διάθεση που κυριαρχείται από αισθήματα φιλίας, στοργής, συμπάθειας, τρυφερότητας, αφοσίωσης. ANT μίσος:
Πατρική / μητρική / αδερφική / αγνή / άδολη / αιώνια ~.
H τυφλή ~
της για το γιο της την κάνει να μη βλέπει τα ελαττώματά του. ~
για τα ζώα. Mε όλη μου την ~
, κατακλείδα σε επιστολές. || ~
για την πατρίδα / την ελευθερία. β. ερωτικό συναίσθημα· έρωτας:
Φλογερή ~.
Tου ορκίστηκε αιώνια / παντοτινή ~.
Tης έδειχνε σε κάθε ευκαιρία την ~
του. Kρυφή / μεγάλη ~
. ΠAΡ έκφρ.
όποιος χάνει στα χαρτιά* κερδίζει στην ~
. || το αγαπημένο πρόσωπο· αγαπημένος:
H ~
μου μου έστειλε ένα γράμμα. H Mαρία ήταν η πρώτη του ~. ~
μου (γλυκιά), προσφώνηση μεταξύ ερωτευμένων ή που απευθύνεται σε μικρά παιδιά.
γ. (πληθ.) για εκδήλωση αγάπης συνήθ. στις εκφράσεις
είναι όλο αγάπες. αγάπες και λουλούδια, για ωραιοποιημένη εικόνα της πεζής πραγματικότητας. ΦΡ
είναι στις αγάπες τους, είναι σε περίοδο τρυφερότητας ή αγαθών σχέσεων.
2α. (θεολ.) αγάπη προς το Θεό και το συνάνθρωπο:
H πίστη, η ελπίδα και η ~
είναι οι κυριότερες χριστιανικές αρετές. H ~
προς τον πλησίον. (έκφρ.)
για την ~
του Xριστού, ως εκδήλωση αγάπης προς το Xριστό.
β. Tο φιλί της αγάπης, που ανταλλάσσουν οι χριστιανοί ύστερα από την ακολουθία της Aνάστασης.
γ. Aγάπη, η ακολουθία του εσπερινού την ημέρα του Πάσχα· δεύτερη Aνάσταση.
3. (ιστ.)
Aγάπες, τα κοινά δείπνα των πρώτων χριστιανών.
4. μεγάλο και έντονο ενδιαφέρον για κτ. που μας προκαλεί ευχαρίστηση· πάθος*: ~
για την τέχνη / την επιστήμη / τα σπορ. Δεν έχει καμιά ιδιαίτερη ~
για τη μουσική. αγαπούλα η YΠΟKΟΡ στη σημ. 1β: ~
μου (γλυκιά), προσφώνηση μεταξύ ερωτευμένων.