Έβαλα δυο αποδόσεις στον υποθετικό λόγο, τη δεύτερη την έβαλα με το γνωμαι δε και εννόησα το ιδιο ρήμα χωρίς την άρνηση (το εγραψα το ρήμα). Είναι λάθος; Την αναγνώριση και την μετατροπή την εχω σωστα..
ὀνόματα μὲν γὰρ οὐκ ἂν παιδεύσειε, γνῶμαι δέ, εἰ καλῶς ἔχοιεν.
Στο συγκεκριμένο απόσπασμα απαντούν δύο δευτερεύουσες υποθετικές επιρρηματικές προτάσεις που δηλώνουν την προϋπόθεση. Εισάγονται με τον υποθετικό σύνδεσμο «εἰ».
Ο πρώτος υποθετικός λόγος εκφέρεται με:
Υπόθεση:
εἰ καλῶς
ἔχοιεν (εἰ + ευκτική)
Απόδοση: ὀνόματα μὲν γὰρ
οὐκ ἂν παιδεύσειε (δυνητική ευκτική με άρνηση - αττική σύνταξη)
Η δεύτερη πρόταση, με εννοούμενο ρήμα το ἂν παιδεύσειαν/παιδεύσαιεν, εκφέρεται:
Υπόθεση:
εἰ καλῶς
ἔχοιεν (εἰ + ευκτική)
Απόδοση: (
ἂν παιδεύσειαν/παιδεύσαιεν) γνῶμαι (δυνητική ευκτική)
Οι υποθετικοί λόγοι εκφράζουν την απλή σκέψη του ομιλητή. Η μετατροπή στο είδος του προσδωκομένου έχει ως εξής, σε ό,τι αφορά τον πρώτο:
Υπόθεση:
ἐὰν καλῶς
ἔχωσιν (ἐὰν + υποτακτική)
Απόδοση: ὀνόματα μὲν γὰρ
οὐ παιδεύσει (οριστική μέλλοντα - αττική σύνταξη)
Στη δεύτερη πρόταση θα εννοήσουμε πάλι το ρήμα
παιδεύουσι, αυτή τη φορά σε χρόνο μέλλοντα προκειμένου να εναρμονιστεί με το είδος του προσδωκομένου.
Υπόθεση:
ἐὰν καλῶς
ἔχωσιν (ἐὰν + υποτακτική)
Απόδοση: (
παιδεύσουσι) γνῶμαι (οριστική μέλλοντα)
Προφανώς αρκεί η συμπερίληψη της πρώτης περίπτωσης (ἐὰν ἔχωσιν-οὐ παιδεύσει)· το θεωρώ επισφαλές να ενταχθεί και το δεύτερο σκέλους του υποθετικού λόγου, ιδίως όταν δεν ζητείται από την εκφώνηση. Θα αρκούμουν στο προφανές και καταληπτό.