ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑ ΑΛΛΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ (ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΠΑΡΕΞΗΓΗΣΕΙΣ)
«Επιτέλους διαγράφονται οι 180.000 φοιτητές» θριαμβολογούσαν διάφορα άρθρα με τις (πριν λίγες μέρες) επαναλαμβανόμενες διαβεβαιώσεις του υπουργού Παιδείας για την «αμείλικτη εφαρμογή του νόμου». Η παρατήρηση πως οι φοιτητές αυτοί χάνουν μετά την παρέλευση του κανονικού χρόνου σπουδών όλες τις φοιτητικές παροχές, οπότε το πραγματικό κόστος τους στο κράτος είναι αμελητέο, δεν ήταν ικανή να οδηγήσει σε αλλαγή στάσης των υποστηρικτών της «αυστηρής γραμμής» επειδή «ο νόμος ψηφίσθηκε το 2011 με μεγάλη πλειοψηφία από τη Βουλή (ΠΑΣΟΚ και ΝΔ): «στους φοιτητές αυτούς δόθηκε χρόνος για να τελειώσουν τις σπουδές τους» και «πρέπει να μπει επιτέλους μια τάξη και να τελειώνουμε με ακόμα ένα ελληνικό παράδοξο». Κάθε υπαναχώρηση (όπως αυτή που έκανε τελικά ο υπουργός) θεωρήθηκε (από τους υποστηρικτές του νόμου) ως επιστροφή στον λαϊκισμό, τη στιγμή που πρέπει στην Ελλάδα της κρίσης να γίνει ένα «σύγχρονο κράτος, που τηρεί τους νόμους που ψηφίζει».
Η παραπάνω επιχειρηματολογία στηρίζεται στην αποσιώπηση μιας λέξης: θέλουμε «ένα σύγχρονο κράτος» ή ένα «σύγχρονο κράτος δικαίου»;
Στο βιβλίο του «Τhe Rule of the Law» ο πρώην Λόρδος Δικαστής της Μεγάλης Βρετανίας, Tom Bingham, θεωρεί ως μία από τις θεμελιώδεις αρχές του κράτους δικαίου, το να είναι οι νόμοι του κατά το δυνατόν προβλέψιμοι και να διασφαλίζεται η σταθερότητα του δικαίου, πράγμα που οδηγεί στην αρχή της μη αναδρομικότητας.
Στο ελληνικό σύνταγμα η αναδρομικότητα απαγορεύεται ρητά μόνο για ποινικούς ή φορολογικούς νόμους. Όταν όμως ένας νόμος ανατρέπει τη νομική κατάσταση στην οποία βασίσθηκαν οι επιλογές πολιτών σε χρονική περίοδο προγενέστερη της ψήφισης του νόμου, θίγεται η έννοια του κράτους δικαίου. Έτσι, οι λεγόμενοι "αιώνιοι φοιτητές" εισήχθησαν στην ελληνική τριτοβάθμια εκπαίδευση με αδιάβλητες εξετάσεις, έχοντας δαπανήσει για την επιτυχία τους και πολύ χρόνο και (πιθανότατα) πολλά χρήματα για την προετοιμασία τους, χωρίς, τότε, να υπάρχει κανένας χρονικός περιορισμός σπουδών. Θα μπορούσε (ενδεικτικά) ένας εργαζόμενος, να επιλέξει να περνάει λίγα-λίγα μαθήματα, ώστε να τα μελετάει καλά, μέχρι κάποτε να πάρει το πτυχίο του. Η συγκεκριμένη στοχοθεσία θα ήταν στην εποχή της απόλυτα σύννομη και σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογεί τα απαξιωτικά σχόλια των τελευταίων εβδομάδων, ακόμα και από επίσημα όργανα της πολιτείας. Έρχεται λοιπόν ο νόμος Διαμαντοπούλου και μεταβάλει το νομικό έδαφος στο οποίο στήριξαν τόσες χιλιάδες πολίτες τις επιλογές τους, επί το δυσμενέστερο, κλονίζοντας προφανώς την εμπιστοσύνη των πολιτών στο κράτος δικαίου της χώρας μας. Χαρακτηριστικά, στο γερμανικό δημόσιο δίκαιο η προστασία της εμπιστοσύνης των πολιτών προς το κράτος δικαίου (Vertrauensschutz) θεωρείται ως βασική συνταγματική αρχή. Επομένως, δεν πρέπει (εκτός ειδικών εξαιρέσεων) να εισάγει ένας νόμος μία νομική κατάσταση που επηρεάζει προηγούμενες επιλογές πολιτών, οι οποίοι, όταν έπαιρναν τις αποφάσεις τους, δεν μπορούσαν να υπολογίσουν τέτοια εξέλιξη στα νομικά δεδομένα στα οποία τις στήριξαν (όπως ακριβώς γίνεται με το νόμο περί διαγραφής των φοιτητών).
Η σημασία της σταθερότητας των κανόνων του δικαίου, την οποία έχει ήδη υποστηρίξει ο Αριστοτέλης, γράφοντας στη Ρητορική του ότι «η του νομοθέτου κρίσις περί μελλόντων εστί», έχει άλλωστε αναγνωριστεί στο πεδίο της οικονομίας. Εδώ και 250 χρόνια, ο πατέρας του αγγλικού εμπορικού δικαίου, Λόρδος Mansfield, υποστήριξε πως το σημαντικότερο για τη διενέργεια όλων των εμπορικών πράξεων είναι η σιγουριά την οποία προσφέρει ένα σταθερό νομικό πλαίσιο: οι επενδυτές και οι επιχειρηματίες πρέπει να γνωρίζουν σε ποιο έδαφος θα βαδίσουν. Αλλά και στις μέρες μας, όταν ζητήθηκε από τον Alan Greenspan, να κατονομάσει τον πιο σημαντικό παράγοντα οικονομικής ανάπτυξης, αυτός απάντησε: «το κράτος δικαίου».
Βέβαια, ως απάντηση στο πρόβλημα της αναδρομικότητας, ο υπουργός ανέφερε πως «δόθηκε χρόνος», εννοώντας τα χρόνια από το 2011 μέχρι τώρα. Όμως, σ’ αυτόν τον χρόνο, αν σκοπός της πολιτείας ήταν πράγματι ο εξορθολογισμός και η βελτίωση του συστήματος, σε συνδυασμό με τη θεραπεία του προβλήματος της αναδρομικότητας, η εισαγωγή χρονικού ορίου σπουδών θα έπρεπε να συνδυαστεί με ριζική αλλαγή της δομής του προγράμματος σπουδών και του τρόπου διδασκαλίας σε πολλά πανεπιστημιακά τμήματα, πράγμα που ΔΕΝ έγινε. Αγνοούν άραγε οι εμπνευστές του νόμου την τεράστια διαφορά του αγγλοσαξονικού συστήματος από τα δικά μας πανεπιστήμια ως προς τον αριθμό των μαθημάτων (στα δικά μας συνήθως είναι πολύ περισσότερα) και τη μέθοδο διδασκαλίας και εξέτασης; (π.χ. σε πολλά «δύσκολα» μαθήματα του τμήματος φυσικής του ΕΚΠΑ τα αμφιθέατρα είναι γεμάτα από φοιτητές που παρακολουθούν, ενώ το μάθημα περνάνε 10-20%. Αυτό είναι αδιανόητο στις χώρες πρότυπο). Σε ένα λοιπόν ακόμα νευραλγικό τομέα θεωρείται από την πολιτική εξουσία ως εκσυγχρονισμός να ΦΑΙΝΕΤΑΙ πως κάνουμε ό,τι και οι άλλοι, αντί να κάνουμε ό,τι και οι άλλοι.
Η πρακτική αυτή της νομοθέτησης μιας σειράς μεταρρυθμίσεων σε τομείς που αφορούν βασικά κοινωνικά δικαιώματα, όπως αυτό της παιδείας, χωρίς τις αναγκαίες ουσιαστικές διαρθρωτικές μεταβολές, με μοναδικό «εκσυγχρονιστικό» τους χαρακτηριστικό την «αυστηρότητα» και τον αυταρχισμό, καταλήγει να παραβιάζει βασικούς κανόνες δικαίου, θεωρώντας τους ίσως περιττή πολυτέλεια «σε τέτοιους δύσκολους καιρούς». Εκτός όμως από τις αρνητικές συνέπειες από την προσβολή του κράτους δικαίου, που παρουσιάσθηκαν πιο πάνω, μήπως σε τέτοιους «δύσκολους καιρούς» έχει ακόμα μεγαλύτερη αξία η παρατήρηση του Προέδρου της Βουλής στην Εισαγωγή του Συντάγματος του 2008, πως βασική παράμετρος της λειτουργίας ενός σύγχρονου δημοκρατικού πολιτεύματος είναι (και) το κοινωνικό κράτος με επίκεντρο την κοινωνική αλληλεγγύη και τα κοινωνικά δικαιώματα;
*Ο Κωνσταντίνος Καραλής είναι Χημικός Μηχανικός-Οικονομολόγος.