«
Οι μόνοι άνθρωποι που υπάρχουν για μένα είναι οι τρελοί, αυτοί που τρελαίνονται να ζήσουν, τρελαίνονται να μιλήσουν, τρελαίνονται να σωθούν, που ποθούν τα πάντα ταυτόχρονα, αυτοί που ποτέ δε χασμουριούνται ή λένε έστω και μία κοινοτοπία, αλλά που καίγονται σαν τα μυθικά κίτρινα ρωμαϊκά κεριά, που σκάνε σαν πυροτεχνήματα ανάμεσα στα αστέρια κι από μέσα τους ξεπηδά το μπλε φως της καρδιάς τους, κι όσοι τους βλέπουν κάνουν: Αααα!!!! με θαυμασμό».
Απο την εισαγωγή του βιβλίου ''Στο δρόμο'' του αντιπροσωπευτικότερου εκπροσώπου την γενιάς Beat.
Το γράψιμό του Κέρουακ χαρακτηρίζεται από άρνηση στον κομφορμισμό της μορφής και του περιεχομένου, μια συνεχή διαπραγμάτευση των ορίων της έκφρασης, ελευθεριότητα, αυθορμητισμό και υποκειμενικότητα. Η φόρμα είναι ακατέργαστη, σχεδόν ανύπαρκτη με ασύντακτες παραγράφους και φτωχό επαναλαμβανόμενο λεξιλόγιο.
Ο ίδιος προτρέπει: «
Απόταξε την λογοτεχνική, γραμματική κι συντακτική αναστολή... Σύνθεσε άγρια, ανυπότακτα, αγνά, να έρχεται από χαμηλά, όσο πιο τρελά τόσο το καλύτερο». Το περιεχόμενο κυκλώνει την κοινωνική δικαιοσύνη, τις μειονοτικές ομάδες του περιθωρίου της μεταπολεμικής Αμερικής του '50, όπως οι τοξικομανείς και οι ομοφυλόφιλοι, το σεβασμό για τη φύση και τους ιθαγενείς, και την έννοια μιας «δεύτερης θρησκευτικότητας» και πνευματικότητας.