Ἐκεῖνοι μὲν οὖν σιωπῇ ἐδείπνουν, ὥσπερ τοῦτο ἐπιτεταγμένον αὐτοῖς ὑπὸ κρείττονός τινος. Φίλιππος δ’ ὁ γελωτοποιὸς κρούσας τὴν θύραν εἶπε τῷ ὑπακούσαντι εἰσαγγεῖλαι ὅστις τε εἴη καὶ δι’ ὅ τι κατάγεσθαι βούλοιτο, συνεσκευασμένος τε παρεῖναι ἔφη πάντα τὰ ἐπιτήδεια ὥστε δειπνεῖν τἀλλότρια, καὶ τὸν παῖδα δὲ ἔφη πάνυ πιέζεσθαι διά τε τὸ φέρειν μηδὲν καὶ διὰ τὸ ἀνάριστον εἶναι. ὁ οὖν Καλλίας ἀκούσας ταῦτα εἶπεν· Ἀλλὰ μέντοι, ὦ ἄνδρες, αἰσχρὸν στέγης γε φθονῆσαι· εἰσίτω οὖν. καὶ ἅμα ἀπέβλεψεν εἰς τὸν Αὐτόλυκον, δῆλον ὅτι ἐπισκοπῶν τί ἐκείνῳ δόξειε τὸ σκῶμμα εἶναι.
Και εκείνοι δειπνούσαν σιωπηλά(0,5), σαν να τους είχε επιβληθεί αυτό (1,5)#
#
από κάποια ανώτερη δύναμη(1,0)Ο Φίλιππος, όμως, ο γελωτοποιός(0,25)αφού κτύπησε την πόρτα(0,25, είπε στον υπηρέτη (0,5)
να του αναγγείλει και ποιος #ήταν 1,0 και #τι ήθελε εκει κατω (1,0),#
και εκείνος είπε (0,25ότι παρευρίσκεται (0,25)έχοντας μαζί του όλα τα κατάλληλα σκεύη( 0,5)ώστε να δειπνήσει σε ξένη οικία(1,5)
Ο ακόλουθός του, όμως,(1,0) προσέθεσε ότι είναι πιεσμένος(1,0)
Επειδή δεν φέρει μαζί του τίποτα και είναι νηστικός. Αφού ο Καλλίας(2)
άκουσε αυτά(1,0)είπε, άνδρες(1,0)
Είναι ντροπή να στερηθεί της φιλοξενίας μας(1,50)Ας περάσει(0,5Και αμέσως #( 0,5) έστρεψε(0,5)
το βλέμμα προς τον Αυτόλυκο, φανερά για (0,5) να εξετάσει(0,5)
Πως φάνηκε σε εκείνον το αστείο(1,5)