Κι εγώ τα πεζά προτιμώ αλλά κάθε φορά που πάω να γράψω πεζό δε το τελειώνω ποτέ γιατί το μυαλό μου ταξιδεύει σε καινούριες ιστορίες...
Για να γράψω και το σημερινό ποίημα της πρωινής μου έμπνευσης:
Χαίρε ήλιε φωτεινέ, τα δίχτυα σου απλώνεις,
την ταπεινή μας ύπαρξη στο φως σου την κλειδώνεις.
Και το κλειδί της συννεφιάς στη θάλασσα πετάς,
γοργόνας κεφάλι να χτυπήσει, που θα σου πει "Πού πας;
Άσχημε ήλιε, και κουτέ, δε ντρέπεσαι λιγάκι;
Τέτοια κλειδάρα να πετάς, σε τέτοιο κεφαλάκι;
Πού πήγανε οι τρόποι σου, πού πήγ' η ιπποσύνη;
Δεν έχεις πια για με ούτε στάλα καλοσύνη!"
Ο ήλιος ο μεγάλος, ο ψηλός, πώς θε να την ακούσει;
Μπροστά του ξάφνου να, γλάροι πώς επετούσι.
Θύμωσαν για τη φίλη τους, που 'ταν μοναχοκόρη,
τραβήξανε τον ήλιο στα άστρα με το ζόρι.
Κι η Γη μας τότε είχε μον σκοτάδι και φοβέρα,
και η γοργόνα η καλή δεν τα 'βγαλε πιο πέρα.