Η φετινή χρονιά ήταν ο δεύτερος σημαντικότερος σταθμός στην πρόσφατη ιστορία των μετεγγραφών. Ο πρώτος, προφανώς, ήταν οι ελεύθερες μετεγγραφές που δόθηκαν μετά την κατάργηση της ειδικής κατηγορίας των πολυτέκνων από το ΣτΕ, το 2014.
Μετά από απόφαση του Υπουργείου Παιδείας, μέσω της έκδοσης του Σχεδίου Νόμου και της ρυθμιστικής Υπουργικής Απόφασης, δόθηκε η δυνατότητα φέτος σε όλα τα αδέρφια να διεκδικήσουν μετεγγραφή στην πόλη του αδελφού, μειώνοντας έτσι δραματικά το κόστος σπουδών αρκετών οικογενειών.
Με πρόσφατη απόφασή της,
η Σχολή Πολιτικών Μηχανικών ΕΜΠ αποφάσισε να μην κάνει δεκτές τις εν λόγω μετεγγράφες, στη βάση ότι το ποσοστό φετινών εμτεγγραφέντων ανέρχεται στο ύψος του 42%, έναντι του 15% που προβλέπει ο νόμος. Για την απόφαση αυτή κάνει εκτενή αιτιολόγηση, αναφερόμενη τόσο στην μείωση της χρηματοδότησης, τη μείωση του προσωπικού, τη σχετική απόφαση να μη δεχτεί καμία επιπλέον μετεγγραφή που χρονολογείται πριν το σχετικό Νομοσχέδιο κ.α.
Από τη μία λοιπόν τίθεται η Σχολή, η οποία σιωπηλά ή φωναχτά έχει (λογικά) την στήριξη άλλων Σχολών και Τμημάτων, και από την άλλη οι Φοιτητές και το Υπουργείο. Το ζήτημα είναι ποιος έχει τελικά δίκιο, το Πανεπιστήμιο που υποστηρίζει ότι δεν μπορεί πλέον να ανταπεξέλθει στις απαιτήσεις εκπαίδευσης των επιπλέον φοιτητών ή οι Φοιτητές και οι οικογένειες τους που δεν μπορούν να επομιστούν το κόστος να σπουδάζουν παιδιά σε δύο πόλεις?
Προσωπικά πιστεύω ότι πρέπει να γίνει μια πλήρης και ουσιαστική αναδιάρθρωση στον χώρο της εισαγωγής και μετεγγραφής φοιτητών, όχι όσον αφορά το κομμάτι της εξέτασης (Πανελλήνιες), όσο τον αριθμό των εισακτέων, ο οποίος έχει αποτελέσει πολάκις πολιτικό όπλο. Και αυτό γιατί, ναι, με τα σημερινά δεδομένα δεν γίνεται μια οικογένεια να συντηρεί δύο σπίτι για να σπουδάσει τα παιδιά της, αλλά δεν γίνεται η αδυναμία σχεδιασμού από πλευράς του Υπουργείο να μετατοπίζεται στο Πανεπιστημιακό Ίδρυμα, το οποίο ουσιαστικά με το πιστόλι στον κρόταφο πρέπει να κάνει δεκτές τις όποιες μετεγγραφές εγγρίνει ο νομοθέτης.
Ήδη, η απόφαση για τις μετεγγραφές, ανακοινώθηκε αρχές Ιανουαρίου και ψηφίσθηκε τέλη Φλεβάρη, δηλαδή σε διάστημα 2 μηνών περίπου. Πλην της άλλης, το νομοσχέδιο των μετεγγραφών περιείχε μέσα και το Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής, ένα άλλο μείζον εκπαιδευτικό ζήτημα. Γίνεται σαφές λοιπόν, ότι δεν δύναται να λαμβάνονται τέτοιου είδους αποφάσεις, που αλλάζουν τελείως τον χάρτη στην ανώτατη εκπαίδευση τόσο γρήγορα και βεβιασμένα, προκειμένου να ικανοποιηθούν πολιτικές μικροσκοπιμότητες και να επιβαρύνονται τα Ιδρύμα με την τελική επίτευξη των στόχων του Υπουργείου.
Ποια είναι η άποψή σας για το θέμα? Έπρεπε το Υπουργείο να οργανώσει καλύτερα τη διαδικασία αυτήν των μετεγγραφών. Πρέπει η Σχολή να εφαρμόσει το Νόμο, αφού αυτός ψηφίσθηκε, άσχετα με το αν η ίδια έχει την οικονομική και υλικοτεχνική δυνατότητα?