Προσωπικά πιστεύω η παράγραφος αυτή του άρθρου καλύπτει όλα όσα θέλω να πω:
Κι αυτό γιατί η ολομέλεια ΣτΕ ξεκαθαρίζει ότι η εισαγωγή στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα, «μόνο όταν τα κριτήρια αξιολόγησης είναι καθαρά ακαδημαϊκά, δηλαδή εφόσον οι υποψήφιοι εξετάζονται μόνο ως προς την ικανότητά τους σε μαθήματα και δεξιότητες συναφείς προς το γνωστικό αντικείμενο του τμήματος ή της σχολής, όπου επιθυμεί καθένας να εισαχθεί, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη και άλλης φύσης κριτήρια, μη ακαδημαϊκά».
Οι πανελλήνιες αυτόν τον σκοπό έχουνε. Να κατατάξουν τους υποψήφιους με βάση τις γνωστικές τους ικανότητες, ώστε να εισαχθούν σε μία σχολή. Από τη στιγμή που σκόπος και ρόλος των ΑΕΙ και ΤΕΙ είναι η μετάδοση γνώσεων, μοναδικό κριτήριο για την εισαγωγή σε αυτά οφείλει να είναι το γνωστικό επίπεδο των υποψηφίων.
Τι καθιστά καλύτερο υποψήφιο, για την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, έναν μαθητή, γόνο πολύτεκνης οικογένειας, σε σχέση με έναν άλλο που είναι μοναχοπαίδι?
Για πιο λόγο να πριμοδοτούνται οι αθλητές σε όλες τις σχολές και όχι
μόνο στα ΤΕΦΑΑ, τις Στρατιωτικές και σε άλλες σχολές που απαιτούν καλή φυσική κατάσταση? Θεωρείται, δηλαδή, ένας παγκόσμιος πρωταθλητής στο τρέξιμο, καλύτερος υποψήφιος για μια σχολή Θετικών Επιστημών, τη στιγμή που δεν έχει ιδέα από θετικές επιστήμες, από έναν άλλο, μη αθλητή?
Με αυτή τη λογική, δεν θα έπρεπε 1ος στις Πανελλήνιες, κάθε χρόνο, να χαίρει ιδιαίτερης αντιμετώπισης από αθλητικές ομάδες και συλλόγους? Φυσικά κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει, γιατί χέστηκε (μετά συγχωρήσεως) ο προπονητής, αν ξέρεις απ' έξω την γραμματική των Αρχαίων Ελληνικών και μπορείς να λύσεις διαφορικές εξισώσεις και να υπολογίζεις την ενέργεια κίνησης του Κρόνου γύρω από τον ήλιο. Ο προπονοτής θέλει ένα άτομο με μυς, να μπορεί να τρέξει και να ανταπεξέλθει στις απαιτήσεις τους αθλήματος.
Όπως λοιπόν δεν θα μπει σε μια ομάδα ένα υπέρλαμπρο μυαλό, που δεν ασχολείται με τον αθλητισμό, έτσι δεν πρέπει να μπαίνει στο πανεπιστήμιο ένας αθλητής που δεν έχει επαφή με τα γράμματα.
Με το ισχύον σύστημα είναι σαν να έχουμε δύο λωρίδες ταχυτήτων:
Στην πρώτη λωρίδα επικρατεί συνωστισμός και μποτιλιάρισμα. Ο οδηγός πρέπει να είναι μονίμως συγκεντρωμένος στην οδήγηση, ώστε να αρπάξει την πιο ελάχιστη ευκαιρεία που έχει και να καταφέρει να προσπεράσει το αυτοκίνητο που βρίσκεται μπροστά του. Η διαδικασία είναι χρονοβόρα, επίπονη, κουραστική και εκνευριστική. Στο τέλος, όμως, ο οδηγός δικαιώνεται, καθώς οι οδηγοί φτάνουν σε κόμβο και ο καθένας επιλέγει την πορεία του.
Η δεύτερη λωρίδα δεν είναι ακριβώς "λωρίδα". Μοιάζει περισσότερο με λεωφόρο. Τα αυτοκίνητα, λίγα και "πολυτελή". Οι οδηγοί έχουν την άνεση, εκτός από το να οδηγούν φυσικά, να γυαλίσουν τα νύχια τους, να ανάψουν ένα τσιγάρο, να κάνουν μια στάση κάθε 500 μέτα, να πιουν λίγο νερό, να τσιμπήσουν κάτι, νε ξεκουραστούν. Δεν υπάρχει μεγάλη ανταγωνιστικότητα μεταξύ τους. Στο τέλος, θα φτάσουν στον ίδιο κόμβο με τους οδηγούς της πρώτης λωρίδας.
Αλλά, όταν έρχεται το "κακό" το κράτος και η "κακή" η πολιτεία και καταργεί την λεωφόρο, οι οδηγοί της αρχίζουν και διαμαρτύρονται. Θεωρούν αυτονόητο και αναφαίρετο δικαίωμα τους να πετύχουν τα ίδια αποτελεσμάτα με άλλους, καταβάλοντας οι ίδοι πολύ λιγότερες προσπάθειες. Λένε πόσο δύσκολο είναι να βάφει κανείς τα νύχια του, μέσα σε εν κινήσει αυτοκίνητο. Ό,τι δεν γίνεται να φάνε το σάντουις με τις 3 φέτες γαλούπα μέσα, χωρίς να κάνουν στάση... Και τότε βγαίνουν και οι οδηγοί της πρώτης λωρίδας και απάντανε ότι, "Εδώ που βρίσκεστε είναι δρόμος. Υποχρέωση σας είναι να οδηγήσετε. Όχι να φάτε, όχι να πιείτε, ούτε να βαφτείτε. Αν θέλετε να σταματήσετε, γιατί κουραστήκατε και να κάνετε ό,τι άλλο εσείς θέλετε, είστε ελεύθεροι να το κάνετε. Αλλά τότε, θα μας δώσετε το δίκαιωμα να σας προσπεράσουμε. Δεν σας οφείλουμε παντελώς καμία χάρη να περιμένουμε εμείς, πότε θα αποφασίσετε ότι είστε έτοιμοι εσείς να επανέρθετε στην κούρσα. Ο καθένας κάνει τις επιλογές του".