Εἶναι ἀναγκαῖον νὰ τονίσουμε ὅτι οἱ ἑτερόδοξοι ἔχουν προκαταβολικῶς ἐρευνήσει ὅλον τὸ ἐσωτερικὸν τοῦ ἱεροῦ Κουβουκλίου, διὰ νὰ πιστοποιήσουν ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀναμμένον κανδήλιον ἢ ἄλλη πηγὴ φωτὸς. Μετὰ τὴν λιτανείαν ὁ Πατριάρχης ἵσταται ἔμπροσθεν τῆς θύρας τοῦ Ἁγίου Κουβουκλίου, ἀφαιρεῖ τὰ ἄμφια καὶ περιμένει μὲ τὸ στοιχάρι, πετραχήλι καὶ τὴν ζώνην. Οἱ ἑτερόδοξοι κάνουν ἔρευνα διὰ νὰ βεβαιωθοῦν ὅτι ἐπάνω του δὲν ἔχει κάτι, τὸ ὁποῖον θὰ ἠδύνατο νὰ δημιουργήσῃ ὑπονοίας, ἢ νὰ κινήσῃ ὑποψίας. Ὅταν ὁλοκληρωθῇ ἡ ἔρευνα, οἱ φύλακες ἀφαιροῦν τὰς σφραγίδας ἀπὸ τὴν θύραν καὶ ὁ Πατριάρχης εἰσέρχεται εἰς τὸ Ἱερὸν Κουβούκλιον μὲ δυὸ δεσμίδας ἐσβησμένα κεριά. Μαζί του εἰσέρχονται εἰς τὸν προθάλαμον ὁ Ἀρμένιος Πατριάρχης καὶ ὁ Δραγομάνος, οἵτινες παραμένουν εἰς τὸν προθάλαμον. Εἰς ὅλον τὸν Ναὸν ἐπικρατεῖ συγκίνησις καὶ ἀγωνία.
Ὁ Πατριάρχης γονατιστὸς ἔμπροσθεν τοῦ Ἁγίου Τάφου τοῦ Χριστοῦ προσεύχεται πρὸς τὸν Σταυρωθέντα, κρατῶν δυὸ σβηστὰς λαμπάδας καὶ μὲ ταπείνωσιν καὶ εὐλάβειαν ἀναπέμπων τὴν ἀκόλουθην εὐχήν:
[...]
Μετὰ τὸ πέρας τῆς εὐχῆς τοποθετεῖ τὸ βαμβάκιον εἰς τὸν Πανάγιον Τάφον καὶ μὲ θαυμαστὸν τρόπον ἀνάβει. Μὲ αὐτὸ ἀνάβει τὰ κεριὰ καὶ ἐξέρχεται ἀπὸ τὸ Ἱερὸν Κουβούκλιον. Τὸ σπουδαῖον εἶναι ὅτι τὸ ἅγιον φῶς διὰ ὀλίγα λεπτὰ δὲν ἔχει πυράδα. Δηλαδὴ ἐὰν εἷς ἀκουμπήσῃ τὸ ἅγιον φῶς εἰς τὰ χέρια του δὲν θὰ καῇ. Πραγματικῶς εἶναι ἓν ἐκ τῶν μεγαλυτέρων Θαυμάτων τῆς χριστιανοσύνης, τὸ ὁποῖον ἐπαναλαμβάνεται κάθε χρόνον τὸ Μέγα Σάββατον.