Και Έλληνες μετανάστες
Το πρώτο μισό του 2012 μετανάστευσαν στη Γερμανία 500.000 άνθρωποι. Ανάμεσα τους ήταν 26.382 Έλληνες, ενώ το ίδιο ταξίδι έκαναν 32.633 Ιταλοί, 27.056 Ισπανοί και 9.914 Πορτογάλοι. Τα πραγματικά νούμερα μπορεί να είναι μέχρι και 3 φορές μεγαλύτερα, καθώς πολλοί μετανάστες δεν δηλώνουν την άφιξή τους στις αρχές, σύμφωνα με τον Έλληνα Βασίλη Τσιάνο, ο οποίος εργάζεται ως ερευνητής στο πανεπιστήμιο του Αμβούργου. Ο μέσος όρος της ηλικίας των μεταναστών αυτών είναι τα 32 έτη.
Η Αλεξάνδρα Μάνη, είναι μια Ελληνίδα αναισθησιολόγος που δουλεύει στο νοσοκομείο του Στάνμπεργκ, ένα από τα πιο ακριβά μέρη της Γερμανίας. Πριν ένα χρόνο έχασε τη δουλειά της στην Αθήνα λόγω της κρίσης και αμέσως έκανε αίτηση στο συγκεκριμένο νοσοκομείο. Είναι παντρεμένη και έχει δύο παιδιά, ένα 6χρονο γιο και μια κόρη, τρεισίμιση ετών. Αν δεν είχε βρει αυτή τη δουλειά η Αλεξάνδρα, η οικογένειά της δε θα μπορούσε να αποπληρώσει τα δάνειο για το σπίτι τους, να συντηρήσει το αυτοκίνητό της και το ιδιωτικό σχολείο του γιου τους.
Στη Γερμανία υπάρχει ζήτηση για γιατρούς, ειδικά έξω από τις μεγάλες πόλεις. Στην Αλεξάνδρα προσφέρθηκε εργασία, κυρίως επειδή γνωρίζει άπταιστα γερμανικά, καθώς είχε σπουδάσει στην Αυστρία για 6 χρόνια. Η απόσταση από την οικογένειά της είναι πρόβλημα, αλλά τους μιλάει κάθε μέρα μέσω ίντερνετ και ταξιδεύει στην Αθήνα κάθε 3 εβδομάδες, ενώ η οικογένειά της την έχει επισκεφτεί ήδη 2 φορές.
“Η Γερμανία με υποδέχτηκε με ανοιχτή αγκαλιά”, δηλώνει η Ελληνίδα στο Spiegel. Υπάρχει μεγάλη ελληνική κοινότητα στο Μόναχο, αλλά συναναστρέφεται κυρίως με τους Γερμανούς φίλους της και λιγότερο με τους Έλληνες. Είναι πολύ ευχαριστημένη από τη ζωή της εκεί και δηλώνει ότι αν δε βρει σύντομα κάποια ικανοποιητική δουλειά στην Ελλάδα, θα μετακομίσει μόνιμα στη Γερμανία με την οικογένειά της.
Οι χώρες προέλευσης των μεταναστών είναι κυρίως χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, παρότι τα δύο τελευταία χρόνια αυξήθηκε η εισροή μεταναστών από τη Νότια Ευρώπη. Πολλοί φτωχοί ανατολικοευρωπαίοι, παρασύρονται στη Γερμανία και αναγκάζονται να δουλέψουν για μισθούς πείνας στις κατασκευές, ενώ μερικοί καταλήγουν ακόμα και άστεγοι. Γι’ αυτό το θέμα έχει δεσμευτεί να λάβει μέτρα ο υπουργός Εσωτερικών, Χανς-Πέτερ Φρίντριχ.
Από το παρελθόν στο μέλλον
Συμφωνα με το Spiegel oι Γερμανοί συνειδητοποιούν, πλέον, ότι όχι μόνο πρέπει να αποδεχτούν την ύπαρξη των μεταναστών στον οικονομικό μηχανισμό τους, αλλά λόγω των πολλών οφελών που προσφέρει η εργασία τους, θα πρέπει να τους πείσουν να έρθουν να δουλέψουν στη Γερμανία. Γι’ αυτό έχουν δημιουργηθεί πολλά προγράμματα, όπου εξουσιοδοτημένοι υψηλόβαθμοι υπάλληλοι εταιριών ταξιδεύουν σε γειτονικές, και όχι μόνο, χώρες για προσηλυτίσουν εργάτες και εξειδικευμένους υπαλλήλους για τις εταιρίες τους.
Άλλωστε η Γερμανία έχει παρελθόν για εισροή εργατών από άλλες χώρες. Ήδη από το 1955, είχε υπογράψει συμφωνία με την Ιταλία, ενώ στη συνέχεια ακολούθησαν άλλες 7 τέτοιες συμφωνίες με χώρες, ανάμεσά τους και η Ελλάδα. Οι εργάτες υπέγραφαν σύμβαση για κάποια χρόνια και μετά έπρεπε να επιστρέψουν την πατρίδα τους.
Από το 1970 το σύστημα άρχισε να παρακμάζει, και με την κατάρρευση της γερμανικής οικονομίας, λόγω της πετρελαιακής κρίσης του 1973, αυτοί οι εργάτες δεν χρειάζονταν πια. Οι μετανάστες προτιμούσαν να φέρουν και τις οικογένειες τους και να κάνουν μια νέα αρχή στη Γερμανία, εξαιτίας, όμως, της λιγοστής εκπαίδευσής τους είχαν λίγες πιθανότητας εξεύρεσης εργασίας.
Αυτή η εικόνα έμεινε στα μυαλά των Γερμανών, οδηγώντας σε δηλώσεις όπως εκείνη του Γερμανού Καγκελάριου Χέλμουτ Κολ, το 1983, ότι “ο αριθμός των μεταναστών πρέπει να μειωθεί στο μισό”, ενώ την ίδια εποχή 15 συντηρητικοί, δεξιοί, καθηγητές πανεπιστημίου έγραψαν το “Μανιφέστο του Χέιντελμπεργκ”, με το οποίο εξέφραζαν τη λύπη τους για την εισροή εκατομμυρίων ξένων μεταναστών στη χώρα και την επιρροή τους στα θέματα της γλώσσας, της κουλτούρας και του εθνικού χαρακτήρα των Γερμανών.
Παρά τις προσπάθειες του κράτους η Γερμανία έγινε η τρίτη μεγαλύτερη μεταναστευτική χώρα του κόσμου, με ένα σύνολο 11 εκ. μεταναστών, η πλειονότητα των οποίων είχαν χαμηλό μορφωτικό επίπεδο.
Ο Γερμανός Καγκελάριος Γκέρχαρντ Σρέντερ ήταν ο πρώτος που προσπάθησε να αλλάξει την ποιότητα των μεταναστών που έρχονταν στη χώρα, δημιουργώντας το 2000, την “Πρωτοβουλία της Πράσινης Κάρτας” με σκοπό την πρόσληψη τεχνικών από χώρες εκτός της ΕΕ για 5 χρόνια. Η πρωτοβουλία αυτή είχε μικρή επιτυχία.
Η Γερμανία, παρά τις αξιοσημείωτες προσπάθειες που έχει κάνει τα τελευταία χρόνια, έχει πολύ δρόμο να διανύσει μέχρι να καταφέρει να αποτελεί ιδανικό προορισμό για επαγγελματίες που ψάχνουν τη νέα χώρα εργασίας τους. Πράγμα που παραδέχονται κι οι ίδιοι, όπως η κ. Φον Ντερ Λέγιεν που πιστεύει ότι το κράτος μπορεί να προσφέρει περισσότερα προνόμια για να προσελκύσει τους καλύτερους δυνατούς επαγγελματίες στη χώρα.
Αλλά και οι εταιρίες μπορούν να κάνουν περισσότερα. Μπορεί να διαμαρτύρονται για το γεγονός ότι δε βρίσκουν κατάλληλους υποψηφίους για τις κενές θέσεις εργασίας που προσφέρουν αλλά έρευνες δείχνουν ότι μόνο 1 στις 4 εταιρίες αναζήτησαν εργατικό δυναμικό εκτός Γερμανίας.
Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι η συντηρητική κυβέρνηση της Άνγκελα Μέρκελ αφαιρεί αθόρυβα αλλά σταθερά κάθε εμπόδιο που αντιμετωπίζουν οι μετανάστες, με προγράμματα που εισάγει για να διευκολύνει την εισροή μεταναστών στη χώρα, ενώ ετοιμάζεται σχετικός νόμος.
Παρόμοιες κινήσεις κάνουν και μεγάλοι δήμοι της χώρας, όπως ο δήμος του Αμβούργου,την ίδια ώρα που τα πανεπιστήμια της χώρας προσπαθούν, με τη σειρά τους, να προσελκύσουν νεαρούς επαγγελματίες από το εξωτερικό,