Κειμενο απο συζητηση περι αναρχιας σε αλλο forum που συμμετεχω
Διαβαστε τι εστι αμεσοδημοκρατία, αυτοδιοίκηση κλπ, πρακτικά και καθημερινά,
χωρίς εφυολογήματα και μπουρδολογίες αναρχικού τύπου...
Το 1988 ήταν μια πολύ παραγωγική χρονιά για μένα ως σύντροφος... Το καλοκαίρι το πέρασα στην Κούβα
στην μπριγάδα ζαχαροκάλαμου (κοντά στο Σαντιάγκο που κάνουν τα Μπακάρντι...) και αφού τέλειωσα από
κει (καλή εμπειρία αν εξαιρέσεις πως η δουλειά ήταν 8 με 6 το απόγευμα στους 35 βαθμούς υπό σκιά) τέλος
Αυγούστου ταξιδεψα στην καρδιά της Σιβηρίας το Νοβοσιμπίρσκ (παρέα με μέλη του ΚΚΣΕ του τομέα οργάνωσης
και αξιοποίησης εργατικού δυναμικού) για να δούμε με τα ίδια μας τα μάτια (γκλάζνοστ λέγονταν η νέα μόδα της
κομμουνιστικής διαφάνειας) πως τα περνάνε οι εκεί κοινότητες υπό το νέο καθεστώς χαλαρής εποπτείας, που
ο Μιχαλάκης σιγόνταρε από τη Μόσχα.
Μεταξυ Νοβοσιμπίρσκ και Ιρκούτσκ, κοντά στις γραμμές του Υπερσιβηρικού (εκεί είναι το 95% των χωριών και των
πόλεων) υπάρχει ένα χωριό. Αρέστοβο λέγονταν, θυμάμαι ή καπως έτσι, με 300 ακριβώς κατοίκους. Θα γίνονταν
το "δικό μου" χωριό, αφού εκεί είχε κανονιστεί να περάσω 10 μέρες στο σπίτι ενός ζεύγους κτηνοτρόφων, του
Νικήτα και της Άσιας Αεπάροφ. Το χωρίο ήταν όπως πιθανώς θα τόχετε φανταστεί: Χωμάτινοι δρόμοι, χαμηλά ξύλινα
ή τουβλένια σπίτια και στρουμπουλοί κοκκινοπρόσωποι Ρώσσοι.
Το σπίτι των Αεπάροφ ήταν φτωχικό αλλά καθαρό και συγυρισμένο. Εκεί ζούσαν το ζεύγος με τα δυο τους παιδιά
(δυο αγοράκια ταραξίες) και οι γονείς της νύφης. Ο πατέρας της Άσια (είναι σημαντικό γι αυτό το αναφέρω) είχε
το προνόμιο να είναι κάτοχος ενός LADA θηρίου, τρομερού και φοβερού, που είχε λάστιχα και για το χιόνι και
μηχανή εργοστασιακή κοντα δυο λίτρα! (ο Αρτέμης, έτσι λέγονταν ο πατέρας, ήταν παλιό μέλος του ΚΚΣΕ και είχε
κερδίσει κάποια προνόμια)
Όταν έφτασα με υποδέχτηκαν η Άσια και οι γέροι. Ο Νικήτα και τα παιδιά ήταν στα χωράφια ή σε κάποιες δουλειες.
(μεταφραστή δεν είχα, τα ρωσικά μου ήταν 50 λέξεις όλες κι όλες και όλες μου οι ελπίδες μου για επικοινωνία με τους
ανθρώπους που θα με φιλοξενούσαν ήταν ένας ελληνορωσικός μπούσουλας για τουρίστες με έτοιμες προτάσεις...
πολύ γέλιο!) Ευτυχως για μένα, η Άσια, γνώριζε κάποια ελάχιστα αγγλικά (πουχε μάθει μόνη της απότι κατάλαβα)
και δε θα τη βγάζαμε τελείως στην παντομίμα...
Λέω Άσια και ακόμη τη θυμάμαι... Μαλλιά στο χρώμα του μελιού και του παλιού κεχριμπαριού, σγουρά και ακατάστατα.
Πρόσωπο λεπτό με ευγενικά ζυγωματικά και ελαφρά ανασηκωμένη μυτούλα σαν Παριζιάνα. Και μάτια υπέροχα,
γκρίζα, σα λίμνη της πατρίδας της πριν την παγώσουν τα πρώτα κρύα του χειμώνα. "Πολύ πλούσιος άνθρωπος ο κτηνοτρόφος"
σκέφτηκα με μια υποψία ζήλειας. Και όταν αργότερα μας σέρβιρε το φαί, τρώγοντας παρέα με την χαρούμενη οικογένεια,
κατάλαβα πως ο Νικήτα δεν ήταν απλά πλούσιος αλλά Κροίσος πραγματικός! (...αυτό για μια συζήτηση που κάνατε για φτώχια
και πλούτο) Τόσο τέλειο ήταν το γεύμα (χοιρινό σε μια περίεργη σάλτσα και πριγιάνκι, κάτι πράματα σα πισροσκί) και πραγματικά
άψογη η περιποίηση της Άσια και της μητέρας της. Το βράδυ, αν και κουρασμένος, δεν κοιμήθηκα καλά. Κάτι η υγρασία, κάτι η
εικόνα της Ρωσίδας, δε με άφησαν να ησυχάσω. Τελικά έπεισα τον εαυτό μου να ξεκουραστεί, γιατί την επόμενη μέρα έπρεπε να
σηκωθώ νωρίς για να παρακολουθήσω τις δραστηριότητες των χωρικών και να με ξεναγήσουν στα κατατόπια της κοινότητας.
Το πρωί, πίνοντας το γάλα μου με τον Νικήτα, είδα πως το Λάντα έλειπε. Επειδή ο πεθερός του ήταν στον κήπο και λιάζονταν
καη η Άσια τσάπιζε κάτι ζαρζαβατικά παραπέρα τον ρώτησα τι έγινε με το αυτοκίνητο. Με τα πολλά κατάλαβε και φώναξε την Άσια
να μου εξηγήσει... Το αυτοκίνητο εκείνη τη μέρα το χρησιμοποιούσε ένας γείτονας που τόχε ανάγκη! Όποιος ήθελε, μπορούσε
κατόπιν συννενόησης να έχει το αυτοκίνητο των Αεπάροφ! Αν δε δεν είχε λεφτά για βενζίνη "πλήρωνε" τους ιδιοκτήτες με το
προιόν το οποίο τον είχε βοηθήσει η κατοχή του οχήματος να παράξει: Ξύλα, κρέας, αυγά ή δε ξέρω γω τι... "Και αν γίνει κάποια
ζημιά? Κρακ, μπουμ?" "Τότε όλο το χωρίο κάπως θα τσοντάρει, χρήμα ή εργασία και θα το κάνουμε καλά!", μου απάντησε ο Νικήτα, (Άσια)
"'Ασε που υπήρχαν άλλα τρία ιδιωτικά οχήματα στο χωρίο, ένα απ' αυτά φορτηγό, που οι ιδιοκτήτες τους έκαναν ακριβώς το ίδιο!"
Ξεκινήσαμε για την εκκλησία του χωριού, ένα ξύλινο, πράσινο κουκλάκι με ξεχωριστό οίκημα δίπλα του που χρησίμευε
ως κοινοτικό κατάστημα και βιβλιοθήκη. Ο Νικήτα κρατούσε ένα διχτάκι με φαγόσημα το οποίο έδωσε στον παπά. Όταν οι κάτοικοι είχαν
περίσευμα τροφής, το έδιναν στον παπά και αυτός το μοίραζε σε όσους είχαν δυσκολίες ή το μαγείρευε ο ίδιος και έκαμε μικρά
συσίτια! Μάλιστα, φερνοντας το χέρι στο στόμα του, μου έδειξε πως καμιά φορά έτρωγε και ο ίδιος... (αδύνατος σα ξερόκλαδο ήταν ο
τύπος αλλά είχε αγνά και καθαρά μάτια και φωνή βαθιά απ' τα έγκατα της γης. ...Αυτό για μια άλλη συζήτηση περί ιερωμένων) Με περηφάνια
μου έδειξαν τη βιβλιοθήκη, που είχε αρκετά βιβλία και σε άριστη κατάσταση, όλα δωρεές των κατοίκων. Ο Νικήτα, που και που, ακουμπούσε το χέρι του
σε κάποιο απ' αυτά και έλεγε χαμογελώντας: "'Ασια!" (τα είχε δωρίσει η γυναίκα του, η οποία εκτός των άλλων... της άρεσε και να διαβάζει)
Την τρίτη μέρα της παραμονής μου, είδα την μητέρα της Άσια να μαγειρεύει ξεχωριστό φαγητό (για μας είχε μπορς...) Ρώτησα την όμορφη
Ρωσίδα, ("γιατί νάμαστε και δυο παντρεμένοι, καλή μου?" (πλάκα κάνω, φυσικά αλλά εκεί ήταν το μυαλό μου)) ποιος ο λόγος και μου
απάντησε πως κείνη τη μέρα ήταν η σειρά τους να μαγειρέψουν για κάποιο γείτονα μου είχε κόλλημα ή ήταν άρρωστος!
(περισσότερο άρρωστοι από μένα δε μπορεί νάναι, καρδιά μου αλλά άστο να πάει στο διάολο...)
Για να μην το κουράζουμε το θέμα, τις δέκα συνολικά μέρες που έμεινα στο χωριό, ανακάλυψα πως οι κάτοικοι ήταν
μια πραγματική οικογένεια, γεμάτη αγάπη και κατανόηση, έτοιμοι πάντα να βοηθήσουν ο ένας τον άλλο καθ΄οιονδήποτε
τρόπο. Άνθρωποι με τα σπίτια, και το κυριότερο, τις καρδιές τους, ολάνοιχτες για τον διπλανό τους!
Την ημέρα που έφευγα είχα στην ψυχή μου απέραντη θλίψη. Εκτός απ' την οικοδέσποινά μου τους είχα όλους πραγματικά
αγαπήσει και ήδη ένιωθα ένας απ' αυτούς. Θάθελα ο Θεός να δώσει και τα βήματά μου να με φέρουν για μια ακόμη φορά
στο χωριουδάκι. Να δω αν όλα αυτά που με άγγιξαν και συγκίνησαν παραμένουν τα ίδια. Να δω και την Άσια, πιο ώριμη αλλά
(το ελπίζω) το ίδιο όμορφη να με καλωσορίζει κουνώντας και τα δυο της χέρια όπως τότε που με αποχαιρετούσε. Και να μου
πει πως ο Νικήτα τρελάθηκε και την παράτησε! Κι εγώ, μη πιστεύοντας στην ...απίστευτη τύχη μου, να τα βροντήσω όλα
κάτω και να ζήσω για πάντα εκεί δίπλα της, ευτυχισμένος και πλούσιος όσο ελάχιστοι των ανθρώπων.
Η αναρχια ως μορφη δοιηκησης μπορει να ειναι ουτοπικη λυση τουλαχιστον σε ευρεια κλιμακα,αλλα η αλληλεγγυη που ειναι η κυρια εννοια της,ειναι εφικτο και ΠΡΕΠΕΙ να εφαρμοστει απο ολους μας.Μονο ετσι θα βελτιωθει η ζωη μας.