ἔχοντες: ονομαστική πληθυντικού, μετοχή, αρσενικού γένους, ενεστώτα, του ρήματος ἔχω
ἐλθούσης: γενική ενικού, μετοχή, θηλυκού γένους, αόριστος β΄, του ρήματος ἔρχομαι
κατέλαβον: γ΄ πληθυντικό, οριστικής αορίστου β΄, του ρήματος καταλαμβάνω
περιέπεμπον: γ΄ πληθυντικό, οριστικής παρατατικού του ρήματος περιπέμπω
παρεγένετο: γ΄ ενικό, οριστικής αορίστου β΄, του ρήματος παραγίγνομαι
Σημείωση: Το μήνυμα αυτό γράφτηκε 16 χρόνια πριν. Ο συντάκτης του πιθανόν να έχει αλλάξει απόψεις έκτοτε.