«Πολύς καιρός» στο Ξυλόκαστρο...
Εξηγώντας τα αποτελέσματα των ερευνών του σε ένα συνέδριο στο Ξυλόκαστρο, ο αμερικανός ερευνητής αναφερόταν στις μεταφορές της αγγλικής γλώσσας, στις οποίες οι χαρακτηρισμοί που χρησιμοποιούνται για τον χρόνο, όπως για παράδειγμα «long time» (μακρύς καιρός), έχουν πάντα γραμμική έννοια.«Ανέπτυσσα παλαιές θεωρίες που πίστευα ότι ίσχυαν, λέγοντας ότι δεν μπορεί να μιλήσει κάποιος για τον χρόνο χωρίς να χρησιμοποιήσει γραμμικές χωρικές λέξεις,και αυτό αποδιδόταν στην ίδια τη φύση του χρόνου. Τότε, μια ελληνίδα συνάδελφος πήρε τον λόγο και μου είπε:“Εμείς δεν μιλάμε έτσι για τον χρόνο· και εγώ δεν σκέφτομαι τον χρόνο με αυτόν τον τρόπο. Δεν λέμε:μακρύς καιρός (long time) ή μια μακριά συνάντηση (long meeting) λέμε:πολύς καιρός ή μια συνάντηση που διήρκεσε πολύ».
Αυτό τον έβαλε σε σκέψεις: μήπως τελικά ο χρόνος δεν έχει μία, οικουμενική έννοια, αλλά η αντίληψη που έχουν οι άνθρωποι για αυτόν εξαρτάται από τη γλώσσα που μιλάνε; Τα επόμενα πειράματα αναπτύχθηκαν λαμβάνοντας υπόψη τους ελληνικούς χρονικούς χαρακτηρισμούς και εξέτασαν ελληνόφωνους και αγγλόφωνους εθελοντές, οι οποίοι, εκτός από τις γραμμές, είδαν επίσης στην οθόνη τού υπολογιστή δοχεία που γέμιζαν σε διαφορετικό ύψος με νερό και έπρεπε να εκτιμήσουν τη χρονική διάρκεια και τις ποσότητες. Αν η αντίληψη του χρόνου ήταν η ίδια για όλους τους ανθρώπους, οι επιδόσεις των δύο ομάδων στα τεστ δεν θα έπρεπε να διαφέρουν, παρά τις διαφορές των χρονικών χαρακτηρισμών στη μητρική τους γλώσσα.
Η γλώσσα εκπαιδεύει τη σκέψη
Οι επιδόσεις των Αμερικανών και των Ελλήνων ήταν όμως εμφανώς διαφορετικές: οι πρώτοι μπόρεσαν να εκτιμήσουν καλύτερα τον χρόνο στα έργα με τα δοχεία, ενώ οι δεύτεροι τα κατάφεραν καλύτερα στις γραμμές. «Αυτό»,εξηγεί ο ψυχογλωσσολόγος, «δείχνει έναν συσχετισμό·δείχνει ότι οι άνθρωποι που μιλούν διαφορετικά, ίσως σκέφτονται επίσης διαφορετικά» . Παρόλα αυτά, όπως έδειξαν τα αποτελέσματα, η αντίληψη του χρόνου δεν βασιζόταν σε εντελώς διαφορετικούς μηχανισμούς. Οι ποσοτικές έννοιες που χρησιμοποιούν οι ελληνόφωνοι δεν είναι αφηρημένες, αλλά χωρικές: μεταφράζουν την ποσότητα ως όγκο στον χώρο. Συνεχίζοντας τις μελέτες σε περισσότερες γλώσσες, ο κ. Καζασάντο και οι συνεργάτες του έχουν διαπιστώσει ότι ουσιαστικά και οι δύο αντιλήψεις- η γραμμική και η ποσοτική- συνυπάρχουν, απλώς η μία από αυτές υπερισχύει ανάλογα με τη γλώσσα.
«Το επόμενο που θελήσαμε να δούμε»,εξηγεί,«ήταν αν η γλώσσα ήταν η κύρια αιτία αυτών των διαφοροποιήσεων· αν δηλαδή το γεγονός ότι μιλούν διαφορετικά κάνει τους ανθρώπους να σκέφτονται και διαφορετικά». Για να διαπιστωθεί κάτι τέτοιο δεν μπορούσαν να συγκρίνουν απλώς διαφορετικούς λαούς, εφόσον εδώ υπεισέρχεται και το ζήτημα της διαφορετικής κουλτούρας. Αυτό το οποίο σκέφτηκαν ήταν να εκπαιδεύσουν αγγλόφωνους εθελοντές ώστε να μάθουν να σκέφτονται και να μιλούν για τον χρόνο με τον ελληνικό τρόπο και στη συνέχεια να συγκρίνουν τις επιδόσεις τους με αυτές μιας ομάδας ελέγχου μη εκπαιδευμένων αγγλόφωνων εθελοντών.«Ξαφνικά», λέει ο κ. Καζασάντο,«οι εκπαιδευμένοι αμερικανοί εθελοντές δεν μπορούσαν να εκτιμήσουν τον χρόνο αγνοώντας πόσο γεμάτο ήταν το δοχείο. Και αυτό είναι μια ένδειξη ότι όχι μόνον οι άνθρωποι που μιλούν διαφορετικά σκέφτονται διαφορετικά, αλλά και ότι η γλώσσα μπορεί να κάνει τους ανθρώπους να σκέφτονται διαφορετικά».